Θυρίδες, φησὶν, ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἠνεῴχθησαν, τοῦτ᾽ ἔστιν, ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τοὺς ἐπὶ τῆς γῆς. Ἕως μὲν γὰρ ἀνεξικακεῖ τοῖς εἰωθόσι πλημμελεῖν, οἱονεί πως δοκεῖ καὶ μὴ ἐφορᾷν, κεκλεῖσθαι δὲ μᾶλλον ὁ οὐρανός. Ἐπειδὴ δὲ κατασκέπτεται τῶν ἐπὶ γῆς τὰς ὁδοὺς, τότε δὴ τότε, καθάπερ θυρίδων ἀνεῳγμένων, ἐν ὀφθαλμοῖς ποιεῖται τοὺς ὄντας ἐπὶ τῆς γῆς· ἐπιφέρων δὲ τὰς αἰτίας τοῖς ἑκάστου πλημμελήμασιν ἀναλόγως, θορύβου τὰ πάντα· καὶ δέους ἀναμεστοῖ, καὶ οἷον ἐκ μέθης ἅπαντες οἱ ἐπὶ τῆς γῆς πρὸς πᾶν εἶδος διαῤῥιπτοῦνται κακῶν. Ἐπενήνεκται δὲ χρησίμως τὸ φάναι καθάπερ τι τῶν ἐν ἀγροῖς ὀπωροφυλακίων σεσαλεῦσθαι τὴν γῆν· τὸ ὅτι κατίσχυσεν ἐπ᾽ αὐτῆς ἡ ἀνομία. Ἕως μὲν γὰρ φορητὰ πλημμελοῦσιν οἱ ἐπ᾽ αὐτῆς ἀναδύεται τὰς δίκας, καὶ χαλινοῖ τὴν κίνησιν ὁ τῶν ὅλων Θεός. Ἀσχέτου γε μὴν τῆς ἁπάντων δυσσεβείας γεγενημένης πᾶσά πως ἀνάγκη, καὶ ἐποπτεύεσθαι παρὰ Θεοῦ τὴν γῆν, καὶ κατισχυούσης ἐπ᾽ αὐτῆς ἀνομίας, μεθύειν τρόπον τινὰ καὶ κραιπαλᾷν, καὶ πρὸς πᾶν εἶδος καταδονεῖσθαι συμφορᾶς. <Καὶ ἐπάξει ὁ Θεὸς ἐπὶ τὸν κόσμον τοῦ οὐρανοῦ τὴν χεῖρα, καὶ ἐπὶ τοὺς βασιλεῖς τῆς γῆς. Καὶ συνάξουσι καὶ ἀποκλείσουσιν εἰς ὀχύρωμα καὶ εἰς δεσμωτήριον, διὰ πολλῶν γενεῶν ἐπισκοπὴ ἔσται αὐτῶν, καὶ τακήσεται ἡ πλίνθος, καὶ πεσεῖται τὸ τεῖχος.> Λαμπρὸν καὶ τοῦτο κατόρθωμα τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς.
Μετάφραση
Οι θυρίδες, λέει, του ουρανού άνοιξαν, δηλαδή, επισκέφθηκε ο Θεός αυτούς που βρίσκονται πάνω στη γη. Διότι, όσο μακροθυμεί προς εκείνους που έχουν συνηθίσει να αμαρτάνουν, φαίνεται κατά κάποιον τρόπο σαν να μην επιβλέπει, και μάλλον ότι ο ουρανός είναι κλειστός. Επειδή όμως παρατηρεί τις οδούς των ανθρώπων στη γη, τότε ακριβώς, σαν να έχουν ανοίξει θυρίδες, θέτει ενώπιον των οφθαλμών του αυτούς που βρίσκονται πάνω στη γη· και επιφέροντας τις ποινές ανάλογα με τα παραπτώματα του καθενός, γεμίζει τα πάντα με ταραχή και δέος, και σαν από μέθη όλοι οι κάτοικοι της γης ρίχνονται σε κάθε είδους συμφορές. Και έχει προστεθεί ωφέλιμα το να ειπωθεί ότι η γη κλονίστηκε σαν κάποιο από τα φυλάκια των οπωρώνων στους αγρούς· (αυτό σημαίνει) ότι επικράτησε πάνω της η ανομία. Διότι, όσο αμαρτάνουν οι κάτοικοί της σε υποφερτό βαθμό, ο Θεός των όλων αναβάλλει τις τιμωρίες και συγκρατεί τον κλονισμό. Όταν όμως η ασέβεια όλων γίνει ακράτητη, είναι απόλυτη ανάγκη και να επιβλέπεται η γη από τον Θεό, και, καθώς επικρατεί σε αυτήν η ανομία, να μεθάει κατά κάποιον τρόπο και να ζαλίζεται, και να συγκλονίζεται από κάθε είδους συμφορά. <Και θα απλώσει ο Θεός το χέρι του επί τον κόσμο του ουρανού, και επί τους βασιλείς της γης. Και θα τους συνάξουν και θα τους κλείσουν σε οχύρωμα και σε δεσμωτήριο, ύστερα από πολλές γενεές θα γίνει η επίσκεψή τους, και θα λιώσει η πλίνθος, και θα πέσει το τείχος.> Λαμπρό είναι και αυτό το κατόρθωμα της ενανθρωπήσεως του Μονογενούς.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες