Οὐδὲ γάρ ἐστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ. Τοιοῦτόν τι καὶ ἐν τῷ Ἰὼβ γέγραπται· «Μικρὸς καὶ μέγας ἐκεῖ ἐστι, καὶ θεράπων οὐ δέδοικε τὸν κύριον αὐτοῦ.» <Ἐπένθησεν ἡ γῆ, καὶ ἐφθάρη ἡ οἰκουμένη, ἐπένθησαν οἱ ὑψηλοὶ τῆς γῆς· ἡ δὲ γῆ ἠνόμησεν διὰ τοὺς κατοικοῦντας αὐτήν.> Στυγνὸν ἀεί πως ἐστὶ τοῖς πενθοῦσι τὸ σχῆμα, καὶ κατηφείας μεστοὶ οἱ ὀφθαλμοί τε καὶ παρειαὶ, καὶ κατωχριῶν τὸ μέτωπον· πυρὸς γὰρ δίκην τὴν τοῦ ἀνθρώπου καταφλέγει καρδίαν ἡ ἐπί γε τοῖς τεθνεῶσι λύπη. Τοιοῦτόν τι παθοῦσαν ἔστι καὶ πόλιν ἰδεῖν ἤτοι γῆν τε καὶ χώραν κατειλημμένην ὑπὸ βαρβάρων· στυγνὰ γὰρ τὰ πάντα γίνεται, δαπανηθέντων μὲν ξίφεσι τῶν ἐν αὐταῖς, ἐμπεπρησμένων δὲ οἴκων, καὶ τὰ ἐκ τοῦ πολέμου πεπονθότων βλάβη. Οὕτω νοήσεις πενθῆσαι τὴν γῆν, ἧς τὰ τοιάδε παθούσης παθεῖν ἀναγκαῖον καὶ τοὺς ὑψηλοὺς ἐν αὐτῇ, τοῦτ᾽ ἔστι, τοὺς περιφανεστέρους. Οὐ γὰρ δὴ μάλιστα, καὶ τιμῆς καὶ πλούτου καὶ τῶν ἄλλων ἐστερημένοι, τῶν ὅσα φιλεῖ τοῖς ἐνδόξοις ἀκολουθεῖν, φορτικωτέραν ἔχουσι τὴν ἐν τοῖς πεπονθόσι λύπην, ἀνομῆσαι δὲ φησὶ τὴν γῆν διὰ τοὺς κατοικοῦντας αὐτήν. Ὀνομάζεται γὰρ, καὶ πόλις ἄνομος, καὶ μέντοι καὶ χώρα πλειστάκις, καίτοι τῆς ἀναισθήτου γῆς οὐκ εἰδυίας τὸ ἀνομεῖν, ἀπὸ δέ γε τῆς τῶν οἰκούντων φαυλότητος ταύτην λαβοῦσαι τὴν κρίσιν. Ἐκλέξῃ δὲ πάλιν καὶ γενικῶς τὸν λόγον.
Μετάφραση
Διότι δεν υπάρχει προσωποληψία εκ μέρους του Θεού. Κάτι τέτοιο έχει γραφτεί και στο βιβλίο του Ιώβ: «Μικρός και μεγάλος είναι εκεί, και ο υπηρέτης δεν φοβάται τον κύριό του.» <Πένθησε η γη και φθάρηκε η οικουμένη, πένθησαν οι υψηλοί της γης· η δε γη παρανόμησε εξαιτίας των κατοίκων της.> Σκυθρωπή είναι πάντοτε κάπως η όψη αυτών που πενθούν, τα μάτια και τα μάγουλα είναι γεμάτα κατήφεια, και ωχρό το μέτωπο· διότι σαν φωτιά καταφλέγει την καρδιά του ανθρώπου η λύπη για τους νεκρούς. Κάτι τέτοιο μπορεί κανείς να δει να παθαίνει και μία πόλη, ή μία γη και μία χώρα που έχει καταληφθεί από βαρβάρους· διότι τα πάντα γίνονται σκυθρωπά, όταν εξολοθρεύονται από τα ξίφη όσοι βρίσκονται μέσα σε αυτές, τα σπίτια πυρπολούνται και έχουν υποστεί τις καταστροφές από τον πόλεμο. Έτσι θα κατανοήσεις το ότι πένθησε η γη, και αφού αυτή έχει πάθει τέτοια πράγματα, είναι αναπόφευκτο να υποφέρουν και οι υψηλοί σε αυτήν, δηλαδή οι πιο επιφανείς. Διότι, βεβαίως, όταν στερούνται την τιμή, τον πλούτο και τα υπόλοιπα αγαθά που συνήθως ακολουθούν τους ένδοξους, αισθάνονται πιο δυσβάσταχτη τη λύπη για όσα έχουν πάθει, και λέει ότι η γη παρανόμησε εξαιτίας των κατοίκων της. Διότι ονομάζεται άνομη και μία πόλη, όπως βέβαια και μία χώρα πάρα πολλές φορές, μολονότι η αναίσθητη γη δεν γνωρίζει τι θα πει παρανομία, αλλά λαμβάνει αυτόν τον χαρακτηρισμό εξαιτίας της φαυλότητας αυτών που την κατοικούν. Θα ερμηνεύσεις δε πάλι τον λόγο και με γενικότερη έννοια.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες