Ἕψεται δὲ πάντως τῇ ἀπαρχῇ, καὶ πρώτῳ τὸ μετ᾽ αὐτὴν, τοῦτ᾽ ἔστιν, ἡμεῖς. Ἐστράφη τοίνυν τὸ πάθος εἰς χαρὰν, καὶ διεῤῥάγη μὲν ὁ σάκκος· περιεζώσμεθα δὲ τὴν θεόσδοτον εὐφροσύνην, ὡς χαίροντας λέγειν· «Ποῦ ἡ νίκη σου, θάνατε; Ποῦ τὸ κέντρον σου, ᾅδη; Τὸ δὲ κέντρον τοῦ θανάτου ἡ ἁμαρτία, φησίν.» Οὐκοῦν ἀφῄρηται πᾶν δάκρυον· πιστεύοντες γὰρ ὅτι πάντη τε καὶ πάντως ἐγείρει τοὺς νεκροὺς ὁ Χριστὸς οὐ δακρυῤῥοοῦμεν ἐπ᾽ αὐτοῖς, οὔτε μὲν εἰς ἀκράτους καταβαίνομεν λύπας, καθάπερ καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα. Ὄνειδος δὲ τοῦ λαοῦ κατονομάζειν ἔοικεν αὐτὸν τὸν θάνατον, ὡς γένεσιν ἔχοντα τῆς καθ᾽ ἡμῶν ἐφόδου τὴν παράβασιν. Ἤγουν τάχα που τὴν ἁμαρτίαν δι᾽ ἣν εἰσβέβηκεν ἡ φθορὰ καὶ τὸ τοῦ θανάτου κράτος κεκυρίευκε τῶν ἐπὶ τῆς γῆς. Ἐπειδὴ δὲ τὸ τῆς ἀναστάσεως μυστήριον οὐκ εὐπαράδεκτόν ἐστι τοῖς πολλοῖς, ἀπιστεῖσθαι δὲ ἦν εἰκὸς διά τοι τὴν ἐν αὐτῷ μεγαλουργησίαν, προσεπήνεγκεν ὁ μακάριος προφήτης, ὅτι τὸ στόμα Κυρίου ἐλάλησεν. Εἶτα τίς ὁ φάναι τολμῶν, ὡς ψευδοεπήσει ὁ Θεὸς, καὶ οὐχὶ πάντη καὶ πάντως ἐκτελευτήσει πρὸς ἀλήθειαν τὸ ἐπηγγελμένον; «Οὐρανὸς γὰρ καὶ ἡ γῆ, φησὶ, παρελεύσεται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσιν.» <Καὶ ἐροῦσιν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ· Ἰδοὺ ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐφ᾽ ᾧ ἠλπίζομεν, καὶ ἠγαλλιώμεθα, καὶ σώσει ἡμᾶς.
Μετάφραση
Οπωσδήποτε δε, μετά την απαρχή, και ως πρώτο μετά από αυτήν, θα ακολουθήσουμε εμείς. Επομένως, το πάθος μεταστράφηκε σε χαρά, και ο σάκος του πένθους σχίστηκε· ζωστήκαμε δε τη θεόσδοτη ευφροσύνη, ώστε με χαρά να λέμε: «Πού είναι η νίκη σου, θάνατε; Πού είναι το κεντρί σου, άδη; Το δε κεντρί του θανάτου είναι η αμαρτία», λέει. Συνεπώς, έχει αφαιρεθεί κάθε δάκρυ· διότι, πιστεύοντας ότι ο Χριστός με κάθε τρόπο και οπωσδήποτε ανασταίνει τους νεκρούς, δεν χύνουμε δάκρυα γι' αυτούς, ούτε περιπίπτουμε σε ακράτητες λύπες, όπως οι υπόλοιποι που δεν έχουν ελπίδα. Και ως όνειδος του λαού φαίνεται να κατονομάζει τον ίδιο τον θάνατο, ο οποίος έχει ως γένεση της εναντίον μας επιδρομής την παράβαση. Ή ίσως, εννοεί την αμαρτία, εξαιτίας της οποίας εισήλθε η φθορά και η εξουσία του θανάτου κυρίευσε αυτούς που βρίσκονται πάνω στη γη. Επειδή όμως το μυστήριο της αναστάσεως δεν είναι εύκολα αποδεκτό από τους πολλούς, και ήταν φυσικό να συναντά απιστία εξαιτίας του μεγαλείου του, πρόσθεσε ο μακάριος προφήτης, ότι το στόμα του Κυρίου το ελάλησε. Έπειτα, ποιος είναι αυτός που θα τολμούσε να πει ότι ο Θεός θα ψευστεί, και δεν θα φέρει εις πέρας οπωσδήποτε και ολοκληρωτικά εν αληθεία αυτό που υποσχέθηκε; «Διότι ο ουρανός και η γη», λέει, «θα παρέλθουν, οι λόγοι μου όμως δεν πρόκειται να παρέλθουν.» <Και θα πουν εκείνη την ημέρα: Ιδού ο Θεός μας, στον οποίο ελπίζαμε, και αγαλλιούσαμε, και θα μας σώσει.>
Περισσότερα
Λεπτομέρειες