Ποιας από τις αρετές της ψυχής είναι σύμβολο η πρώτη είσοδος της αγίας συνάξεως; Παρατήρησε λοιπόν, εσύ που έχεις καταστεί γνήσιος εραστής της μακαρίας σοφίας του Χριστού, με τα μάτια του νου κατά την πρώτη είσοδο της αγίας συνάξεως, την ψυχή να απομακρύνεται από την εξωτερική πλάνη και ταραχή των υλικών πραγμάτων —σύμφωνα με το γεγραμμένο: «Γυναίκες που έρχεστε από θέαμα, ελάτε», εννοώ δηλαδή την περιπλάνηση της όρασης στα αισθητά πράγματα με βάση το είδος και το σχήμα (διότι δεν πρόκειται για θεωρία, για να πω την αλήθεια, σύμφωνα με τους άσοφους από τους λεγόμενους σοφούς των Ελλήνων· διότι ας μην ονομαστούν ποτέ από εμάς σοφοί εκείνοι που δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να γνωρίσουν τον Θεό μέσα από τα δημιουργήματά Του, πλάνη κατά την οποία έχει συσταθεί ο αδιάκοπος πόλεμος των αισθητών μεταξύ τους, ο οποίος προκαλεί σε όλα τη φθορά του ενός από το άλλο, καθώς όλα φθείρουν το ένα το άλλο και φθείρονται μεταξύ τους, και έχουν ως μόνο σταθερό στοιχείο την αστάθεια και τη φθορά και την αδυναμία τους να συνυπάρξουν ποτέ ειρηνικά σε μια διαμονή αδιατάρακτη και χωρίς συγκρούσεις)— και (παρατήρησε) την ψυχή να έρχεται και να φεύγει τρέχοντας βιαστικά, και να εισέρχεται, σαν σε εκκλησία και άσυλο ανάκτορο ειρήνης, στη φυσική εν Πνεύματι θεωρία, η οποία είναι απρόσβλητη και ελεύθερη από κάθε ταραχή, μαζί με τον Λόγο και καθοδηγούμενη από τον Λόγο, τον μεγάλο και αληθινό Θεό και Αρχιερέα μας. Και (παρατήρησέ την) να διδάσκεται, μέσω των συμβόλων των θείων αναγνωσμάτων που τελούνται, τους λόγους των όντων και το θαυμαστό και μέγα μυστήριο της θείας πρόνοιας που φανερώνεται στον Νόμο και τους Προφήτες· και, αφού δεχθεί για το καθένα από αυτά, χάρη στην καλή της μαθητεία σε αυτά, τη θεόθεν δωρεά μέσω των αγίων δυνάμεων που διαλέγονται νοερά μαζί της στη διάνοια, (αφού δεχθεί) τις ειρηνοφόρες σφραγίδες μαζί με τη δυναμωτική και συντηρητική έλξη της θείας και διάπυρης έφεσης προς τον Θεό, μέσω της νοητής ηδονής των θείων ασμάτων που ψάλλονται μυστικά μέσα της· πάλι να μεταβαίνει από αυτά και να συνάγεται προς τη μία και μόνη κορυφή που περιλαμβάνει ενιαία αυτούς τους λόγους, εννοώ βεβαίως το άγιο Ευαγγέλιο, στο οποίο όλοι οι λόγοι της πρόνοιας και των όντων προϋπάρχουν ενοειδώς, με μία περιεκτική δύναμη. Μετά το οποίο (Ευαγγέλιο), είναι δυνατόν στους φιλόθεους να βλέπουν ξανά, με θεία αίσθηση και με ατρόμητα τα μάτια του νου, τον ίδιο τον Λόγο και Θεό να κατέρχεται από τον ουρανό σε αυτήν (την ψυχή), όπως συμβολίζει η κατάβαση του αρχιερέα από τον ιερατικό θρόνο, και να αποχωρίζει εντελώς από αυτήν, σαν να πρόκειται για κατηχουμένους, τους λογισμούς που ακόμη φαντάζονται την αίσθηση και τον μερισμό που προέρχεται από αυτήν. Και (να βλέπουν τον Λόγο) από εκεί και πέρα, αφού η ψυχή βγει πλέον έξω από τα αισθητά, όπως υποδηλώνει το κλείσιμο των θυρών της αγίας Εκκλησίας του Θεού, να την οδηγεί προς την άυλη, απλή, αναλλοίωτη και θεοειδή επιστήμη των νοητών, η οποία είναι ελεύθερη από κάθε είδος και σχήμα, και η οποία φανερώνεται μέσω της εισόδου των άρρητων μυστηρίων. Σύμφωνα με αυτήν (την επιστήμη), αφού η ψυχή συγκεντρώσει στον εαυτό της τις δικές της δυνάμεις, και αφού ενώσει νοερά τον εαυτό της με τον Λόγο μέσω του νοερού ασπασμού, Εκείνος (ο Λόγος) την εκδιδάσκει να ομολογεί με ευχαριστία, μέσω του Συμβόλου της Πίστεως, τους άρρητους λόγους και τρόπους της σωτηρίας της. Και επιπλέον, αφού πλέον η ψυχή, με απλή και αδιαίρετη δύναμη μέσω της μαθητείας, έχει περιλάβει γνωστικά τους λόγους και των αισθητών και των νοητών, (ο Λόγος) την οδηγεί στη γνώση της φανερής θεολογίας, μετά την υπέρβαση όλων (των κτιστών), παρέχοντάς της νόηση ίση με εκείνη των αγγέλων, στο μέτρο του εφικτού. Και την διδάσκει με σωφροσύνη τόσα μόνο όσα χρειάζονται για να γνωρίζει έναν Θεό, μία ουσία, τρεις υποστάσεις, Μονάδα ουσίας τρισυπόστατη και Τριάδα υποστάσεων ομοούσια, Μονάδα εν Τριάδι και Τριάδα εν Μονάδι, όχι την μία και την άλλη, ούτε τη μία δίπλα στην άλλη, ούτε μέσω της άλλης την άλλη, ούτε άλλην εντός άλλης, ούτε από την άλλη άλλην, αλλά την ίδια εντός εαυτής και καθ' εαυτήν, εφ' εαυτής, ταυτιζόμενη με τον εαυτό της, και Μονάδα και Τριάδα. Η οποία έχει την ένωση ασύνθετη και ασύγχυτη, και τη διάκριση αδιαίρετη και αμέριστη· Μονάδα δηλαδή ως προς τον λόγο της ουσίας, ήτοι του Είναι, και όχι κατά σύνθεση ή συναίρεση ή οποιαδήποτε σύγχυση, και Τριάδα ως προς τον λόγο του τρόπου υπάρξεως και υποστάσεως, αλλά όχι κατά διαίρεση ή αλλοτρίωση ή οποιονδήποτε μερισμό —διότι η Μονάδα δεν έχει μεριστεί στις υποστάσεις ούτε ενυπάρχει και επιθεωρείται σε αυτές σχετικώς, ούτε οι υποστάσεις συντίθενται σε μονάδα ή τη συγκροτούν με συναίρεση— αλλά (διδάσκει ότι είναι) η ίδια ταυτόσημη με τον εαυτό της, όμως με διαφορετικό τρόπο για το καθένα —διότι η αγία Τριάδα των υποστάσεων είναι Μονάδα ασύγχυτη ως προς την ουσία και τον απλό λόγο της, και η αγία Μονάδα είναι Τριάδα ως προς τις υποστάσεις και τον τρόπο υπάρξεως— την ίδια ολόκληρη να νοείται ως τούτο και εκείνο διαφόρως κατά τον έναν και τον άλλον λόγο, όπως έχει ειπωθεί, μία και μόνη, αδιαίρετη και ασύγχυτη και απλή και αμείωτη και απαράλλακτη θεότητα, που ολόκληρη υπάρχει ως Μονάδα κατά την ουσία και ολόκληρη η ίδια υπάρχει ως Τριάδα κατά τις υποστάσεις, και λάμπει ενοειδώς ως μία ακτίνα ενός τρισσοφαούς φωτός. Με αυτόν τον τρόπο η ψυχή, έχοντας δεχθεί ισότιμα με τους αγίους αγγέλους τους φανερούς και εφικτούς για την κτίση λόγους περί της θεότητος, και έχοντας μάθει να ανυμνεί ακατάπαυστα και σύμφωνα με αυτούς την μία θεότητα τριαδικά, ανάγεται στην κατά χάριν υιοθεσία μέσω της εμφερούς ομοιότητος· μέσω της οποίας, κατά τις ευχές, έχοντας τον Θεό ως Πατέρα μυστικό και μόνο κατά χάριν, θα συναχθεί προς το Έν της κρυφιότητός Του μέσω της έκστασης από τα πάντα, και θα πάθει (βιώσει) παρά θα γνωρίσει τα θεία, σε τέτοιο βαθμό ώστε να μη θέλει να ανήκει στον εαυτό της, ούτε να μπορεί να γνωρίζεται εξ εαυτής, από τον ίδιο της τον εαυτό ή από κάποιον άλλον, παρά μόνο από τον όλον Θεό, ο οποίος την έχει προσλάβει ολόκληρη με αγαθοπρεπή τρόπο, και ο οποίος εισέρχεται ολόκληρος σε αυτήν ολόκληρη, θεοπρεπώς και απαθώς, και την έχει θεώσει ολόκληρη και την έχει μεταποιήσει αμετάβλητα προς τον Εαυτό Του. Ώστε να είναι, όπως λέει ο πανάγιος Αρεοπαγίτης Διονύσιος, εικόνα και φανέρωση του αφανούς φωτός, κάτοπτρο ακραιφνές, διαυγέστατο, αλώβητο, άχραντο, ακηλίδωτο, που δέχεται μέσα του ολόκληρη, αν επιτρέπεται να το πούμε, την ωραιότητα της αγαθότυπης θεοείδειας, και που εκλάμπει αμιγώς μέσα του, όσο αυτό είναι δυνατόν, την αγαθότητα της εν αδύτοις σιγής.