Ἀλλ᾽ ἔξεστι δή που παντί τῳ λοιπὸν ἐκκεκρουσμένους ὁρᾶν καὶ λογισμοῦ τοῦ καθήκοντος καὶ φρενὸς ἀγαθῆς, καὶ αὐτοὺς ταῖς σφῶν ἀμαθίαις ἐποιμώζειν ὀφείλοντας, εἰ ταυτί τε ἔχειν ἐροῦσιν ὀρθῶς, καὶ κατ᾽ ἐκείνους ἔσονται τοὺς οἷσπερ ἐδόκει λέγειν· «Ἐθέμεθα ψεῦδος τὴν ἐλπίδα ἡμῶν καὶ τῷ ψεύδει σκεπασθησόμεθα.» Ἠγνοήκασι γάρ, ὡς ἐγᾦμαι, πρῶτον μὲν ὅτι οὐ ταὐτόν ἐστιν οὔτε τὴν ὁμοίαν ἂν ἔχοι δήλωσιν ἀγέννητος καὶ πατήρ. Οὐ γὰρ εἴ τι πατὴρ ἔσται δή που καὶ ἀγέννητον πάντη τε καὶ πάντως· οὔτε μὴν εἴ τι ἀγέννητον, τοῦτό ἐστι καὶ πατήρ.
Μετάφραση
Αλλά είναι πλέον δυνατό στον καθένα να διαπιστώσει ότι αυτοί έχουν εκπέσει και από την ορθή λογική και από την υγιή σκέψη, και ότι οφείλουν οι ίδιοι να θρηνούν για την αμάθειά τους, εάν ισχυριστούν ότι αυτά είναι ορθά, και θα εξομοιωθούν με εκείνους που έλεγαν: «Θέσαμε το ψεύδος ως ελπίδα μας και με το ψεύδος θα σκεπαστούμε.» Διότι έχουν αγνοήσει, όπως νομίζω, πρώτον μεν ότι δεν είναι το ίδιο ούτε έχει την ίδια σημασία ο όρος «αγέννητος» και ο όρος «πατέρας». Διότι δεν σημαίνει ότι, αν κάτι είναι πατέρας, θα είναι οπωσδήποτε και απολύτως αγέννητο· ούτε πάλι, αν κάτι είναι αγέννητο, αυτό είναι απαραιτήτως και πατέρας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες