Φοβήθητε μὴ καὶ ἀφέλῃ ὑμῶν τὴν διαθήκην τοῦ θανάτου, καὶ ἡ ἐλπὶς ἡ πρὸς τὸν ᾅδην οὐ μὴ ἐμμείνῃ. Οἶδε γὰρ, οἶδε καρδίας καὶ νεφροὺς, καὶ τῶν εἰς νοῦν κινημάτων τὴν δύναμιν ὁ τῶν ὅλων Δημιουργός. Ὅταν οὖν ἐλπίδα τὴν τοιαύτην ἔχουσα φησί· Μὴ ἆρά πως τὰ ἐν ὑμῖν ἐγνωκὼς ἀποστήσῃ ταύτην ὑμῶν τὴν μετὰ τοῦ θανάτου συνθήκην; Ἀποστήσει δὲ τίνα τρόπον; Εἰ γὰρ ἐπέλθοι τὰ ἐξ ὀργῆς, τοῦτ᾽ ἔστιν, ἡ καταιγὶς, οὐχ ἕτεροί τινες τῶν μεθ᾽ ὑμᾶς, ἀλλ᾽ ὑμεῖς αὐτοὶ γενήσεσθε εἰς καταπάτημα. Καὶ λήψεται ὑμᾶς πρωῒ πρωῒ, τοῦτ᾽ ἔστιν, οὐκ εἰς μακρὰν, ἀλλ᾽ οἷον ὄρθρου τε καὶ αὔριον. Οὐκ ἔσται ὅλως ἀνάπαυσις ἐκ κακῶν, ἀλλ᾽ ἐν ἡμέρᾳ καὶ ἐν νυκτὶ ἔσται ἐλπὶς πονηρὰ, τοῦτ᾽ ἔστι, κατὰ πάντα καιρὸν τῇ τῶν δεινῶν προσδοκίᾳ δαπανηθήσεσθε. Θεοῦ γὰρ κακοῦν ἐθέλοντος, τίς ὁ ἀποστήσων τῆς συμφορᾶς τὴν ἔφοδον; ἢ τίς τῷ θείῳ διαμάχεται θυμῷ; <Μάθετε ἀκούειν, στενοχωρούμενοι· Οὐ δυνάμεθα μάχεσθαι. Καὶ αὐτοὶ δὲ ἀσθενοῦμεν, τοῦ ἡμᾶς συναχθῆναι. Ὥσπερ ὄρος ἀσεβῶν ἀναστήσεται, καὶ ἔσται ἐν τῇ φάραγγι Γαβαών. Μετὰ θυμοῦ ποιήσει τὰ ἔργα αὐτοῦ, πικρίας ἔργον· ὁ δὲ θυμὸς ἀλλοτρίως χρήσεται, καὶ ἡ πικρία αὐτοῦ ἀλλοτρία.> Ἀγαθὸς ὢν λίαν ὁ τῶν ὅλων Θεὸς πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν.
Μετάφραση
Φοβηθείτε μήπως και αφαιρέσει από εσάς τη διαθήκη του θανάτου, και η ελπίδα σας προς τον άδη δεν θα παραμείνει. Διότι γνωρίζει, γνωρίζει καρδιές και νεφρούς, και τη δύναμη των κινημάτων του νου, ο Δημιουργός των συμπάντων. Όταν λοιπόν, έχοντας τέτοια ελπίδα, λέει: Μήπως, γνωρίζοντας αυτά που κρύβετε μέσα σας, ακυρώσει αυτή τη συμφωνία σας με τον θάνατο; Και με ποιον τρόπο θα την ακυρώσει; Διότι, εάν επέλθουν τα έργα της οργής, δηλαδή η καταιγίδα, δεν θα καταπατηθούν κάποιοι άλλοι μετά από εσάς, αλλά εσείς οι ίδιοι θα γίνετε καταπάτημα. Και θα σας καταλάβει πρωί πρωί, δηλαδή, όχι μετά από καιρό, αλλά σαν να λέμε αύριο τα χαράματα. Δεν θα υπάρξει καθόλου ανάπαυση από τα δεινά, αλλά και την ημέρα και τη νύχτα θα υπάρχει κακή προσδοκία, δηλαδή σε κάθε καιρό θα φθείρεστε από την αναμονή των δεινών. Διότι, όταν ο Θεός θέλει να τιμωρήσει, ποιος μπορεί να αποτρέψει την έφοδο της συμφοράς; Ή ποιος μπορεί να πολεμήσει με τον θείο θυμό; <Μάθετε να ακούτε, εσείς που βρίσκεστε σε στενοχώρια: Δεν μπορούμε να πολεμήσουμε. Και εμείς οι ίδιοι είμαστε αδύναμοι για να συγκεντρωθούμε. Θα εγερθεί όπως το όρος των ασεβών, και θα βρεθεί στη φάραγγα της Γαβαών. Με θυμό θα κάνει τα έργα του, έργο πικρίας· ο δε θυμός του θα συμπεριφερθεί με τρόπο παράδοξο, και η πικρία του θα είναι ξένη προς τη φύση του.> Όντας υπερβολικά αγαθός ο Θεός των συμπάντων, θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι και να φτάσουν στην επίγνωση της αλήθειας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες