Οὐαὶ τοίνυν, φησὶν, οἱ τὰς τοιάσδε βουλὰς ποιεῖν εἰωθότες, οὐ διὰ Κυρίου μᾶλλον, ἀλλ᾽ ὡς ἔν γε τῷ Βεελζεβούλ. <Οὐχ ὡς ὁ πηλὸς τοῦ κεραμέως λογισθήσεσθε; Μὴ ἐρεῖ τὸ πλάσμα τῷ πλάσαντι· Οὐ σύ με ἔπλασας; ἢ τὸ ποίημα τῷ ποιήσαντι, Οὐ συνετῶς με ἐποίησας;> Εἰρηκὼς ὅτι Μεταθήσω τὸν λαὸν τοῦτον, ὅτι πάντη τε καὶ πάντως κατορθώσει τὸ χρῆμα καὶ λίαν ἀμογητὶ διαδείκνυσιν ἐν τούτοις, μεταπλασθήσεσθαι λέγων αὐτοὺς εἰς ὅπερ ἂν ὁ δημιουργήσας ἐθέλοι, καθάπερ ἀμέλει, καὶ τὸ διὰ χειρῶν κεραμέως τεχνουργούμενοι.
Μετάφραση
Αλίμονο λοιπόν, λέει, σε αυτούς που συνηθίζουν να κάνουν τέτοιου είδους σχέδια, όχι μέσω του Κυρίου, αλλά μάλλον μέσω του Βεελζεβούλ. <Μήπως δεν θα λογαριαστείτε όπως ο πηλός του κεραμέα; Μήπως θα πει το πλάσμα σε αυτόν που το έπλασε: Δεν με έπλασες εσύ; Ή το δημιούργημα σε αυτόν που το έκανε: Δεν με δημιούργησες με σύνεση;> Έχοντας πει ότι «Θα μεταθέσω αυτόν τον λαό», αποδεικνύει με αυτά ότι οπωσδήποτε και με κάθε τρόπο θα πραγματοποιήσει το έργο και μάλιστα εντελώς άκοπα, λέγοντας ότι θα μεταπλαστούν σε ό,τι θα επιθυμούσε ο δημιουργός, όπως ακριβώς, βέβαια, κατασκευάζονται από τα χέρια του κεραμέα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες