Ἔσονται γὰρ, καὶ ἁμαρτίας ἐλεύθεροι καὶ πλήρεις ἁγιασμοῦ, καὶ θανάτου κρείττονες, καὶ ἐλπίδων ἐπίμεστοι τῶν παρὰ Θεοῦ, διηνεκοῦς εὐφροσύνης μέτοχοι. <Ἐξέλιπεν ἄνομος, καὶ ἀπώλετο ὑπερήφανος, καὶ ἐξωλοθρεύθησαν οἱ ἀνομοῦντες ἐπὶ κακίᾳ, καὶ οἱ ποιοῦντες ἁμαρτεῖν ἀνθρώπους ἐν λόγῳ· πάντας δὲ τοὺς ἐλέγχοντας ἐν πύλαις πρόσκομμα θήσουσι, καὶ ἐπλαγίασαν ἐν ἀδίκοις δίκαιον.> Ὡς ἐκ μέσου γενομένων, καὶ ἐκβεβλημένων τῆς πρὸς Θεὸν οἰκειότητος τῶν ἐξ Ἰσραὴλ, εἰ καὶ μὴ εἰς ἅπαν· σέσωσται γὰρ τὸ κατάλειμμα κατὰ τὴν τοῦ προφήτου φωνήν· ἐκλελοιπέναι φησὶν ἄνομόν τε καὶ ὑπερήφανον· ἄνομοι μὲν γὰρ ὡς μηδὲ αὐτὸν τετηρηκότες τὸν νόμον, τραπόμενοι δὲ μᾶλλον εἰς διδασκαλίας καὶ ἐντάλματα ἀνθρώπων. ὑπερήφανοι δὲ λίαν καὶ κατωφρυωμένοι δεινῶς ὡς Χριστὸν ἀτιμάσαντες. Ποτὲ μὲν γὰρ ἔφασκον· «Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ τοῦ τέκτονος υἱὸς, οὗ ἡμεῖς οἴδαμεν τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα; Πῶς οὖν λέγει ὅτι ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβέβηκε;» Ποτὲ δὲ πάλιν· «Ἀβραὰμ ἀπέθανε, καὶ οἱ προφῆται ἀπέθανον, καὶ σὺ λέγεις, Ἐάν τίς μου τὸν λόγον ἀκούσῃ, θάνατον οὐ μὴ ἴδῃ εἰς τὸν αἰῶνα. Τίνα σεαυτὸν ποιεῖς;» Καὶ μὴν καὶ ἑτέρωθι κατίδοι τις ἂν αὐτοὺς ἀνοσιώτατα λέγοντας τοὺς Γραμματέας τε καὶ Φαρισαίους· «Δαιμόνιον ἔχει καὶ μαίνεται, τί αὐτοῦ ἀκούετε;»
Μετάφραση
Διότι θα είναι και ελεύθεροι από την αμαρτία και πλήρεις αγιασμού, και ανώτεροι από τον θάνατο, και γεμάτοι από τις ελπίδες που προέρχονται από τον Θεό, μέτοχοι της διηνεκούς ευφροσύνης. <Εξέλιπε ο άνομος, και χάθηκε ο υπερήφανος, και εξολοθρεύτηκαν αυτοί που παρανομούν από κακία, και όσοι κάνουν τους ανθρώπους να αμαρτάνουν με τον λόγο τους· και θα βάλουν πρόσκομμα σε όλους όσους ελέγχουν στις πύλες, και παραγκώνισαν τον δίκαιο με άδικες κρίσεις.> Επειδή απομακρύνθηκαν και αποβλήθηκαν από την οικειότητα με τον Θεό όσοι προέρχονται από τον Ισραήλ, αν και όχι εξ ολοκλήρου· διότι έχει σωθεί το υπόλειμμα, σύμφωνα με τη φωνή του προφήτη. Λέει λοιπόν ότι εξέλιπε ο άνομος και ο υπερήφανος. Άνομοι μεν, διότι δεν τήρησαν ούτε τον ίδιο τον νόμο, αλλά στράφηκαν μάλλον σε διδασκαλίες και εντάλματα ανθρώπων· υπερήφανοι δε πάρα πολύ και φοβερά αλαζόνες, διότι ατίμασαν τον Χριστό. Διότι άλλοτε μεν έλεγαν: «Δεν είναι αυτός ο γιος του ξυλουργού, του οποίου εμείς γνωρίζουμε τον πατέρα και τη μητέρα; Πώς λοιπόν λέει ότι κατέβηκε από τον ουρανό;» Άλλοτε πάλι έλεγαν: «Ο Αβραάμ πέθανε, και οι προφήτες πέθαναν, και εσύ λες, Εάν κάποιος ακούσει τον λόγο μου, δεν θα δει θάνατο στον αιώνα. Ποιον θεωρείς τον εαυτό σου;» Και βέβαια και αλλού θα μπορούσε κάποιος να δει τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους να λένε με τον πιο ανίερο τρόπο: «Έχει δαιμόνιο και είναι παράφρων, γιατί τον ακούτε;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες