Εἶπας· 〈Ἐὰν ἀποστραφεὶς στενάξῃς, τότε σωθήσῃ.〉 Ἐπεὶ οὖν 〈ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου, ἕως πότε;〉 Καὶ οὐ μόνον στενάζω, ἀλλὰ καὶ κλαίω καὶ δακρύω καὶ δάκρυσι τὴν κλίνην σπιλῶ, λέγων· 〈Λούσω καθ᾽ ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν στρωμνήν μου βρέξω. Ἕως πότε; Τὸ δὲ Ἕως πότε;〉 οὐκ ἔλεγεν ἀποδυσπετῶν, ἀλλὰ τὸ πέρας τῶν πειρασμῶν καὶ τὸ τέλος τῶν θλίψεων μαθεῖν ἐκδεχόμενος. Οὐδὲ γὰρ περὶ τοῦ ἀφεθῆναι αὐτῷ τὴν ἁμαρτίαν τὸ 〈Ἕως πότε;〉 ἔλεγεν. Ὁ γὰρ ἀκούσας· 〈Καὶ κύριος ἀφῆκε τὸ ἁμάρτημά σου,〉 οὐκ ἂν ὡς ἀπιστῶν εἶπεν· 〈Ἕως πότε;〉 Καὶ ὁ εἰρηκώς· 〈Εἶπα· Ἐξαγορεύσω κατ᾽ ἐμοῦ τὴν ἀνομίαν μου τῷ κυρίῳ· καὶ σὺ ἀφῆκας τὴν ἀσέβειαν τῆς καρδίας μου,〉 οὐκ ἂν τὸ 〈Ἕως πότε;〉 περὶ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν ἔλεγεν.
Μετάφραση
Είπες: «Εάν αποστραφείς και στενάξεις, τότε θα σωθείς». Επειδή λοιπόν «κοπίασα στον στεναγμό μου, έως πότε;» Και όχι μόνο στενάζω, αλλά και κλαίω και δακρύζω και με δάκρυα λερώνω την κλίνη μου, λέγοντας: «Κάθε νύχτα θα λούζω την κλίνη μου, με τα δάκρυά μου θα βρέχω το στρώμα μου. Έως πότε;» Και το «Έως πότε;» δεν το έλεγε επειδή δυσανασχετούσε, αλλά επειδή περίμενε να μάθει το πέρας των πειρασμών και το τέλος των θλίψεων. Διότι ούτε για να του συγχωρηθεί η αμαρτία έλεγε το «Έως πότε;». Επειδή αυτός που άκουσε: «Και ο Κύριος συγχώρησε το αμάρτημά σου», δεν θα έλεγε το «Έως πότε;» σαν να απιστούσε. Και εκείνος που είχε πει: «Είπα: Θα εξομολογηθώ την ανομία μου εναντίον του εαυτού μου στον Κύριο, και εσύ συγχώρησες την ασέβεια της καρδιάς μου», δεν θα έλεγε το «Έως πότε;» αναφορικά με την άφεση των αμαρτιών.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες