Ἐτρύχετο δὲ πάλιν, ὅτι ὃν ὡς λῃστὴν ἀπέκτεινε, τοῦτον πάλιν μεταφερόμενον ἑώρα ἐν τῷ παραδείσῳ. Ὁρῶν δὲ καὶ πᾶσαν αὐτοῦ τὴν πανοπλίαν ῥιφεῖσαν, καὶ ὅτι οὐκ ἦν ἀμυντήριον πεμφθὲν παρ᾽ αὐτοῦ, ὃ μὴ ἠκύρωσεν ὁ Κύριος, κατὰ τὸ γεγραμμένον· «Τοῦ ἐχθροῦ ἐξέλιπον αἱ ῥομφαῖαι εἰς τέλος, καὶ πόλεις καθεῖλες,» διὰ τοῦτο ἐταράσσετο, καὶ ἀπορῶν, πεπείρακε λοιπὸν δοῦναι τῷ Σωτῆρι πιεῖν ὄξος μετὰ χολῆς· ἀλλὰ καὶ τοῦτο καθ᾽ ἑαυτοῦ κατασκευάζων ἠγνόει. Τὸ γὰρ πικρὸν τῆς ὀργῆς, τὸ διὰ τὴν παράβασιν τοῦ νόμου γενόμενον, ἐν ᾧ πάντας κατεῖχεν, ἀπεδίδου τῷ Σωτῆρι· καὶ λαμβάνων ἐκεῖνος ἀνήλισκε καὶ ἐξεκένου, ἵνα ἀντὶ μὲν τοῦ ὄξους ὃν ἐκέρασεν οἶνον ἡ σοφία ποτίσῃ ἡμᾶς· ἀντὶ δὲ τῆς χολῆς τὰ γλυκύτερα ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον λόγια χαρίσηται ἡμῖν· καὶ ἀνθ᾽ ὧν αὐτὸς ἐγεύσατο τὰ ἡμῶν, εἴπῃ καὶ ἡμῖν· «Γεύσασθε, καὶ ἴδετε, ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος.» Ὡς δὲ καὶ τούτου ἐξέπεσε καὶ ἐσκυλεύθη, καταισχυνθεὶς λοιπὸν, ὑποψία αὐτόν τις εἶχεν, ὁρῶν τὰ τηλικαῦτα, ὅτι οὐ πρὸς ἄνθρωπον, ἀλλὰ πρὸς Θεὸν ἀντιμάχεται. Ἑώρα γὰρ ἐν οἷς τοὺς πάντας ἐθήρευεν, ἐν τούτοις ἑαυτὸν καταισχυνόμενον, καὶ μᾶλλον πίπτοντα ἢ καταβάλλοντα· καὶ λοιπὸν ἐπειρᾶτο παραχωρεῖν, καὶ νῶτα διδόναι τῇ φυγῇ. Ὁρῶν γὰρ αὐτὸν κρεμάμενον, καὶ διώκοντα τὸν θάνατον, ἐφοβήθη μὴ οὗτός ἐστι, περὶ οὗ γέγραπται· Ὑψωθήσεται Κύριος τοῦ ἐλεῆσαι ἡμᾶς.
Μετάφραση
Κατατρυχόταν δε πάλι, επειδή αυτόν που ως ληστή είχε θανατώσει, τον έβλεπε πάλι να μεταφέρεται στον παράδεισο. Βλέποντας δε και όλη την πανοπλία του να έχει καταρριφθεί, και ότι δεν υπήρχε κανένα όπλο σταλμένο από αυτόν που να μην το ακύρωσε ο Κύριος, σύμφωνα με το γεγραμμένο: «Του εχθρού οι ρομφαίες εξέλιπαν τελείως, και τις πόλεις του τις κατέστρεψες», γι' αυτό ταραζόταν, και ευρισκόμενος σε αμηχανία, αποπειράθηκε τελικά να δώσει στον Σωτήρα να πιει ξύδι με χολή· αγνοούσε όμως ότι και αυτό εναντίον του εαυτού του το απεργαζόταν. Διότι την πικρία της οργής, η οποία προέκυψε εξαιτίας της παραβάσεως του νόμου, και με την οποία κρατούσε τους πάντες αιχμαλώτους, την παρέδωσε στον Σωτήρα· και Εκείνος, λαμβάνοντάς την, την ανάλωσε και την κένωσε, ώστε αντί για το ξύδι, η Σοφία να μας ποτίσει με το κρασί που η ίδια ανέμειξε· και αντί για τη χολή, να μας χαρίσει τα λόγια τα πιο γλυκά και από το μέλι και την κηρήθρα· και σε αντάλλαγμα για τα δικά μας που ο Ίδιος γεύτηκε, να πει και σε εμάς: «Γευθείτε και δείτε ότι ο Κύριος είναι αγαθός». Καθώς όμως απέτυχε και σε αυτό και λαφυραγωγήθηκε, καταντροπιασμένος πια, τον κυρίευσε κάποια υποψία, βλέποντας τόσο μεγάλα γεγονότα, ότι δεν πολεμά εναντίον ανθρώπου, αλλά εναντίον του Θεού. Διότι έβλεπε ότι με τα ίδια τα μέσα με τα οποία παγίδευε τους πάντες, με αυτά ακριβώς ντροπιαζόταν ο ίδιος, και ότι περισσότερο έπεφτε παρά κατέβαλλε τον αντίπαλο· και τελικά προσπαθούσε να υποχωρήσει, και να στρέψει τα νώτα του σε φυγή. Επειδή, βλέποντάς Τον να κρέμεται στον σταυρό και να καταδιώκει τον θάνατο, φοβήθηκε μήπως Αυτός είναι εκείνος για τον οποίο έχει γραφτεί: «Θα υψωθεί ο Κύριος για να μας ελεήσει».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες