Ἀλλ᾽ ἐννοεῖν ἀκόλουθον, ὅτι πρὸς τὸ εἶναι χρηστὸς καὶ κριτής ἐστιν. Ἔργον δὲ τοῦ κρίνοντος ὀρθῶς τε καὶ ἀδεκάστως τὸ ἀναλόγως τοῖς ἑκάστου πταίσμασιν ἐπιμετρεῖν τὰς δίκας. Ἀγαθοῦ δὲ πάλιν τὸ καὶ ἡμέρῳ νεύματι μεταπλάττειν ἐπὶ τὸ ἄμεινον τοὺς κεκολασμένους. Ὑμεῖς δὲ, φησὶ, ποῦ καταλείψετε τὴν δόξαν ὑμῶν; Ἀντὶ δὲ τοῦ, καταλείψετε, τὸ, καταλειφθήσεται, φησίν. Ἀδιαφορεῖ γάρ ἐσθ᾽ ὅτε περὶ τὰς λέξεις ἡ θεόπνευστος Γραφή. Ὀνειδίζει τοιγαροῦν αὐτοῖς ὅτι τὴν ἑαυτῶν δόξαν τὸ εἶναι Θεοῦ καὶ λέγεσθαι, κλῆρος γὰρ ἦσαν αὐτοῦ, οὐδενὸς πεποίηνται λόγου. Καταλελοίπασι γὰρ αὐτὴν μεταπίπτοντες εἰς τὰ αἰσχίω, καὶ λατρεύσαντες τοῖς ἔργοις τῶν ἰδίων χειρῶν, καὶ ἀπειθοῦντες μὲν προφήταις ἁγίοις, ἀλογήσαντες δὲ καὶ αὐτῆς τῆς παρὰ Θεοῦ σωτηρίας, καὶ ψευδῆ, καὶ ἀνόητον ἐλπίδα τὴν ἐπ᾽ ἀνθρώποις τετιμηκότες. Καταβεβήκασι γὰρ, ὡς ἔφην, εἰς τὴν Αἰγυπτίων. <Μακάριοι πάντες οἱ ἐμμένοντες ἐν αὐτῷ, διότι λαὸς ἅγιος ἐν Σιὼν οἰκήσει, καὶ Ἱερουσαλὴμ κλαυθμῷ ἔκλαυσεν· Ἐλέησόν με. Ἐλεήσει σε· τὴν φωνὴν τῆς κραυγῆς σου ἡνίκα εἶδεν, ἐπήκουσέ σου.> Δόξαν ὀνομάσας τοῦ Ἰσραὴλ τὸν τῶν ὅλων Σωτῆρα Θεὸν, διαδείκνυσιν ὅτι τὸ μὴ ἐθέλειν ἀποφοιτᾷν αὐτοῦ, προσερηρεῖσθαι δὲ μᾶλλον αὐτῷ διὰ τῆς εἰς πᾶν ὅτι οὖν εὐπειθείας καὶ ὑποταγῆς, πάντη τε καὶ πάντως ἀποφαίνει μακαρίους.
Μετάφραση
Αλλά είναι επακόλουθο να κατανοήσουμε ότι, εκτός από αγαθός, είναι και κριτής. Έργο δε εκείνου που κρίνει ορθά και αμερόληπτα είναι να επιμερίζει τις ποινές ανάλογα με τα σφάλματα του καθενός. Ίδιον δε του αγαθού πάλι είναι να μεταπλάθει προς το καλύτερο με ένα ήμερο νεύμα όσους έχουν τιμωρηθεί. «Εσείς δε», λέει, «πού θα εγκαταλείψετε τη δόξα σας;». Αντί δε του «θα εγκαταλείψετε», εννοεί «θα εγκαταλειφθεί». Διότι η θεόπνευστη Γραφή ενίοτε δεν ακριβολογεί ως προς τις λέξεις. Τους ονειδίζει λοιπόν, επειδή τη δική τους δόξα, το να είναι και να ονομάζονται του Θεού –διότι αποτελούσαν δικό Του κλήρο– δεν την υπολόγισαν καθόλου. Διότι την εγκατέλειψαν εκπίπτοντας στα αισχρότερα, και λατρεύοντας τα έργα των ίδιων τους των χεριών, και απειθώντας μεν στους αγίους προφήτες, αψηφώντας δε και αυτήν τη σωτηρία που προέρχεται από τον Θεό, και έχοντας στηρίξει την ελπίδα τους, που είναι ψευδής και ανόητη, στους ανθρώπους. Επειδή κατέβηκαν, όπως είπα, στη χώρα των Αιγυπτίων. «Μακάριοι είναι όλοι όσοι εμμένουν σε Αυτόν, διότι άγιος λαός θα κατοικήσει στη Σιών, και η Ιερουσαλήμ έκλαψε με κλαυθμό: Ελέησέ με. Θα σε ελεήσει· όταν είδε τη φωνή της κραυγής σου, σε εισάκουσε». Αφού ονόμασε δόξα του Ισραήλ τον Σωτήρα των πάντων Θεό, αποδεικνύει ότι η απροθυμία του να απομακρυνθεί κανείς από Αυτόν, και αντίθετα η σταθερή προσκόλληση σε Αυτόν μέσω της απόλυτης ευπειθείας και υποταγής, καθιστά τους ανθρώπους με κάθε τρόπο και οπωσδήποτε μακάριους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες