Εἰ δὲ λέγοι, πετομένων, τῶν εὐπετῶς, καὶ ὀξέως πρὸς πᾶν ὁτιοῦν τῶν ἐκτόπων χωρούντων νοήσεις. Πονηροί τε ἅπαντες καὶ πικροὶ λίαν ὁμολογουμένως οἱ τῆς εἰς Θεὸν ἀγάπης ἀποφοιτήσαντες, καὶ τῷ ξύλῳ λέγοντες· Πατήρ μου εἶ σὺ, καὶ λίθῳ· Σὺ ἐγέννησάς με· καὶ τοῖς ἔργοις τῶν ἰδίων χειρῶν τὸ σέβας ἀνάπτοντες· οὗτοι τοιγαροῦν ὑπὸ ὄνων τε καὶ καμήλων τὸν περιλειφθέντα αὐτοῖς ἀπεκόμιζον πλοῦτον πρὸς ἔθνος ὃ οὐκ ὠφελήσει αὐτοὺς εἰς βοήθειαν, ἀλλ᾽ εἰς αἰσχύνην καὶ ὄνειδος. Ἀνόνητον γὰρ παντελῶς τὸ χρῆμα αὐτοῖς, καὶ ματαία γέγονεν ἡ παράκλησις, τοῦτ᾽ ἔστιν, ἣν ἐνόμιζον εἶναι παραμυθείαν αὐτοῖς. Συναπολώλασι γὰρ, ὡς ἔφην, τοῖς τῶν Αἰγυπτίων οἰκοῦσι χώραν, κατὰ κράτος καὶ αὐτὴν ἀνῃρηκότος τοῦ Ναβουχοδονόσορ. Πάνδεινον οὖν ἄρα τὸ προσκρούειν Θεῷ, κἂν εἰ ὀργὴν ἐπάγοι τισίν. Πᾶσα μὲν γὰρ εἰκαία σκέψις αὐτοῖς. Διασώσει δὲ τὸ σύμπαν, οὐδὲν τοὺς καθ᾽ ὧν ἂν γένοιτο. «Τὴν γὰρ χεῖρα τὴν ὑψηλὴν τίς ἀποστρέψει;» κατὰ τὸ γεγραμμένον. <Νῦν οὖν καθίσας γράψον ἐπὶ πυξίου ταῦτα. καὶ εἰς βιβλίον, ὅτι ἔσται εἰς ἡμέρας καιρῶν ταῦτα, καὶ ἕως εἰς τὸν αἰῶνα.
Μετάφραση
Αν δε πει, «πετούμενων», θα εννοήσεις αυτούς που εύκολα και γρήγορα προχωρούν προς οτιδήποτε άτοπο. Πονηροί δε όλοι και εξαιρετικά πικροί, ομολογουμένως, είναι αυτοί που έχουν απομακρυνθεί από την αγάπη προς τον Θεό, και λένε στο ξύλο: «Εσύ είσαι ο πατέρας μου», και στον λίθο: «Εσύ με γέννησες»· και αποδίδουν σεβασμό στα έργα των δικών τους χεριών. Αυτοί, λοιπόν, μετέφεραν με γαϊδούρια και καμήλες τον πλούτο που τους είχε απομείνει σε ένα έθνος το οποίο δεν θα τους ωφελήσει ως βοήθεια, αλλά θα τους οδηγήσει σε αισχύνη και όνειδος. Διότι το χρήμα τους αποδείχθηκε εντελώς ανώφελο και η παρηγοριά τους μάταιη, δηλαδή αυτό που νόμιζαν ότι θα αποτελούσε για αυτούς παραμυθία. Επειδή χάθηκαν μαζί, όπως είπα, με τους κατοίκους της χώρας των Αιγυπτίων, την οποία κατέστρεψε ολοκληρωτικά ο Ναβουχοδονόσορ. Είναι λοιπόν εξαιρετικά φοβερό το να προσκρούει κανείς στον Θεό, όταν Εκείνος επιφέρει οργή σε κάποιους. Διότι κάθε τους σκέψη αποδεικνύεται μάταιη. Και τίποτα απολύτως δεν θα διασώσει εκείνους εναντίον των οποίων θα στραφεί. Διότι, «το υψωμένο χέρι ποιος θα το αποστρέψει;» κατά το γεγραμμένο. «Τώρα λοιπόν, αφού καθίσεις, γράψε αυτά πάνω σε πινακίδα και σε βιβλίο, διότι αυτά θα μείνουν για τις μελλοντικές ημέρες και μέχρι τον αιώνα.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες