Διόπερ, ὡς ἀνοικείως ἐχόντων τῶν ζώων πρὸς ἄλληλα, ἐν Δευτερονομίῳ ἀπηγόρευται ἀροτριᾷν ἐν μόσχῳ καὶ ὄνῳ ἐπὶ τὸ αὐτό· τουτέστι, τὸ γαῦρον τῆς ψυχῆς καὶ φιλόπονον τῷ φιληδόνῳ καὶ παθητικῷ μὴ συζεύξῃς. Οὐ γὰρ τῶν βοῶν μέλει τῷ Θεῷ· ἀλλὰ δι᾽ ἡμᾶς πάντως ἐγράφη. Ἀλλαχοῦ δὲ πάλιν συνέζευκται· Μακάριος γὰρ ὁ σπείρων ἐπὶ πᾶν ὕδωρ, οὗ βοῦς καὶ ὄνος πατεῖ, τουτέστι ὁ τῷ διδακτικῷ λόγῳ τό τε φιλόπονον τῆς ψυχῆς ἐπεγείρων, καὶ τὸ φιλήδονον αὐτῆς θεραπεύων. Ὥσπερ γὰρ τὸ ζῶον ἀχθοφορικὸν, οὕτω καὶ τὸ ἐπιθυμητικὸν τῆς ψυχῆς τῷ βάρει τῆς ἁμαρτίας καταπεφόρτισται.
Μετάφραση
Γι' αυτόν τον λόγο, επειδή τα ζώα αυτά είναι αταίριαστα μεταξύ τους, στο Δευτερονόμιο απαγορεύεται να οργώνει κανείς με μοσχάρι και γαϊδούρι μαζί· δηλαδή, να μην συζεύξεις το αγέρωχο και φιλόπονο της ψυχής με το φιλήδονο και παθητικό. Διότι ο Θεός δεν μεριμνά για τα βόδια, αλλά τούτο γράφτηκε εξάπαντος για εμάς. Σε άλλο σημείο, όμως, πάλι έχουν συζευχθεί· διότι «Μακάριος είναι αυτός που σπέρνει σε κάθε νερό, όπου πατά βόδι και γαϊδούρι», δηλαδή αυτός που με τον διδακτικό λόγο αφενός διεγείρει το φιλόπονο της ψυχής και αφετέρου θεραπεύει το φιλήδονο μέρος της. Διότι, όπως ακριβώς το ζώο είναι αχθοφορικό, έτσι και το επιθυμητικό της ψυχής έχει καταφορτωθεί από το βάρος της αμαρτίας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες