Ἐπὰν οὖν τις παρέλθῃ τὴν σάρκα ταύτην ἀπροσπαθῶς ὡς ἀλλοτρίαν παροικῶν, καὶ οὐχ ὡς ἰδίας ἐξηρτημένος, οὗτος, διὰ τὸ νεκρῶσαι αὐτοῦ τὰ μέλη τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὸν ἁγιασμὸν κατορθώσας, ἄξιός ἐστι τῆς ἐν τῷ ἁγίῳ ὄρει κατασκηνώσεως· ἧς ἐπιθυμῶν ὁ Ψαλμῳδὸς ἔλεγεν, ὅτι Διελεύσομαι ἐν τόπῳ σκηνῆς θαυμαστῆς· καὶ τὸ, Ὡς ἀγαπητὰ τὰ σκηνώματά σου, Κύριε τῶν δυνάμεων. Ἐκεῖ ἡμᾶς καὶ ἡ πρὸς τοὺς πλησίον τῷ λόγῳ ἐκείνης τῆς ἐν τῷ ὄρει κατασκηνώσεως, καὶ ἡ ἐκ τοῦ μαμμωνᾶ τῆς ἀδικίας γινομένη φιλία κατασκηνοῖ. Ποιήσατε γὰρ ἑαυτοῖς φίλους ἐκ τοῦ μαμμωνᾶ τῆς ἀδικίας, ἵνα, ὅταν ἐκλίπητε, δέξωνται ὑμᾶς εἰς τὰς αἰωνίους σκηνάς. Περὶ ἐκείνης τῆς διαγωγῆς ὁ Κύριος ἐν εὐχῆς εἴδει ἔλεγε τὸ, Πάτερ ἅγιε, δὸς ἵνα, ὅπου ἐγώ εἰμι, καὶ αὐτοὶ ὦσι. Σπάνιος καὶ ὁ παροικῶν ἐν τῷ σώματι, καὶ ὁ κατασκηνῶν ἐν τῷ ὄρει. Διὰ τοῦτο ὡς ἀπορῶν ὁ λόγος φησί· Τίς παροικήσει; καὶ, Τίς κατασκηνώσει; ὡς τὸ, Τίς ἔγνω νοῦν Κυρίου; καὶ τὸ, Τίς ἀναγγελεῖ ὑμῖν, ὅτι πῦρ καίεται; καὶ τὸ, Τίς ἀναγγελεῖ ὑμῖν τὸν τόπον τὸν αἰώνιον; καὶ τὸ, Τίς ἄρα ὁ πιστὸς καὶ φρόνιμος οἰκονόμος; Τάχα δὲ καὶ ἐρωτηματικόν ἐστι τὸ, Τίς, ὡς ἀπόκρισιν ἐπιζητοῦντος παρὰ τοῦ Κυρίου τοῦ ἁγίου, ᾧ διαλέγεται. Πρὸς ὃν ἡ θεία φωνὴ, λύουσα τὸ ἐπερώτημα, τί φησι; Πορευόμενος ἄμωμος, καὶ ἐργαζόμενος δικαιοσύνην.
Μετάφραση
Όταν, λοιπόν, κάποιος διέλθει αυτή τη σάρκα χωρίς προσκόλληση, παροικώντας σε αυτήν ως σε κάτι ξένο και χωρίς να εξαρτάται από αυτήν ως να ήταν δική του, αυτός, επειδή νέκρωσε τα επίγεια μέλη του και κατόρθωσε τον αγιασμό, είναι άξιος της κατασκηνώσεως στο άγιο όρος· την οποία επιθυμώντας ο Ψαλμωδός έλεγε: «Θα εισέλθω στον τόπο της θαυμαστής σκηνής»· και το: «Πόσο αγαπητά είναι τα σκηνώματά σου, Κύριε των δυνάμεων». Εκεί μας κατασκηνώνει τόσο η αγάπη προς τον πλησίον, έχοντας ως σκοπό εκείνη την κατασκήνωση στο όρος, όσο και η φιλία που δημιουργείται από τον μαμωνά της αδικίας. Διότι λέει: «Αποκτήστε για τον εαυτό σας φίλους από τον μαμωνά της αδικίας, ώστε, όταν πεθάνετε, να σας δεχθούν στις αιώνιες σκηνές». Για εκείνη τη διαβίωση ο Κύριος έλεγε με τη μορφή προσευχής: «Πάτερ άγιε, δώσε ώστε, όπου είμαι εγώ, να βρίσκονται και αυτοί». Σπάνιος είναι και αυτός που παροικεί στο σώμα, και αυτός που κατασκηνώνει στο όρος. Γι' αυτό, εκφράζοντας απορία ο λόγος, λέει: «Ποιος θα παροικήσει;» και, «Ποιος θα κατασκηνώσει;» όπως το: «Ποιος γνώρισε τον νου του Κυρίου;» και το: «Ποιος θα σας αναγγείλει ότι καίει φωτιά;» και το: «Ποιος θα σας αναγγείλει τον αιώνιο τόπο;» και το: «Ποιος άραγε είναι ο πιστός και φρόνιμος οικονόμος;» Πιθανώς δε το «Ποιος» να έχει και ερωτηματική έννοια, ως έκφραση του αγίου που επιζητεί απάντηση από τον Κύριο, με τον οποίο συνομιλεί. Προς τον οποίο τι λέει η θεία φωνή, λύνοντας το ερώτημα; «Εκείνος που πορεύεται άμωμος και εργάζεται τη δικαιοσύνη».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες