Πῶς δὲ οὐ μισητὸν ἡ ἀργία, μύρμηκος καὶ μελίσσης χείρονα ποιοῦσα τὸν ἄνθρωπον, ὅς γε καὶ ἐξ ἀρχῆς πλασθεὶς, ἐτέθη εἰς τὸν παράδεισον ἐργάζεσθαι καὶ φυλάσσειν αὐτόν; Ὥστε τὸ πρῶτον καὶ οἰκειότατον τῷ ἀνθρώπῳ, ἡ περὶ τὰ ἔργα σπουδὴ, καὶ οἱονεὶ παρὰ φύσιν αὐτῷ ἡ ἀργία, ἣν μισεῖν εἶπεν ὁ Κύριος. —Ἀλλὰ πῶς ἡμᾶς ἀργεῖν βούλεται; Μὴ ἐργαζομένους τὴν βρῶσιν τὴν ἀπολλυμένην, μὴ ὀφθαλμοὺς αἴρειν ἐπὶ τὰ μάταια, μὴ ἀκοὴν ματαίαν τοῖς ὠσὶ παραδέχεσθαι, τὰς χεῖρας ἀποσείεσθαι ἀπὸ δώρων, μὴ ὀξεῖς ἔχειν τοὺς πόδας ἐκχέαι αἷμα, καὶ πάσας ἑνὶ λόγῳ τὰς σπουδὰς, τὰς περὶ τὸ σῶμα μὴ ἐνεργεῖν.
Μετάφραση
Πώς λοιπόν να μην είναι μισητή η αργία, η οποία κάνει τον άνθρωπο κατώτερο από το μυρμήγκι και τη μέλισσα, αυτόν που εξαρχής, όταν πλάστηκε, τοποθετήθηκε στον παράδεισο για να τον εργάζεται και να τον φυλάσσει; Ώστε, το πρώτο και πλέον οικείο στον άνθρωπο είναι η προθυμία για τα έργα, και τρόπον τινά είναι παρά φύση σε αυτόν η αργία, την οποία ο Κύριος είπε να μισούμε. —Αλλά ως προς τι θέλει να παραμένουμε αδρανείς; Στο να μην εργαζόμαστε για την τροφή που φθείρεται, να μη σηκώνουμε τα μάτια μας στα μάταια, να μη δεχόμαστε στα αυτιά μας μάταια ακούσματα, να αποτινάσσουμε τα χέρια μας από δώρα, να μην έχουμε πόδια γρήγορα στο να χύσουν αίμα, και με έναν λόγο, να μην εκτελούμε καμία από τις μέριμνες που αφορούν το σώμα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες