Οἱ δέ γε λαβόντες βασιλέα μετὰ δόξης, ὄψεσθε, φησὶ, τοῦτ᾽ ἐστι, Χριστόν. Ὄψεσθε δὲ καὶ γῆν πόῤῥωθεν, οὔπω γὰρ τεθεαμένοι τὴν γῆν, περὶ ἧς φησιν ὁ Σωτήρ· «Μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν.» Τοῖς τῆς διανοίας ὄμμασιν οἷον πόῤῥωθεν αὐτὴν οὖσαν ἔτι καταθεώμεθα. Ταύτῃ τοι καὶ μελετᾷν εἰθίσμεθα τὸν Θεοῦ φόβον, ἵνα ἐν αὐτῇ γενώμεθα καὶ ὁμοῦ τοῖς ἄλλοις ἁγίοις, τῶν διὰ Χριστοῦ χαρισμάτων ἀναπιμπλάμενοι δοξολογοῦμεν αὐτόν. <Ποῦ εἰσὶν οἱ γραμματικοί; Ποῦ εἰσὶν οἱ συμβουλεύοντες; ποῦ ἐστιν ὁ ἀριθμῶν τοὺς συστρεφομένους μικρὸν καὶ μέγαν λαόν; ᾯ οὐ συνεβούλευσαν, οὐδὲ ᾔδει βαθύφωνον, ὥστε μὴ ἀκοῦσαι λαὸς πεφαυλισμένος· καὶ οὐκ ἔστι τῷ ἀκούοντι σύνεσις.> Καταστήσας ἐναργῆ τῶν εὐσεβεῖν ᾑρημένων τὰ γέρα, μέτεισι πάλιν ἐπὶ τὸ χρῆναι λυπεῖν, κατονειδίζων εἰκότως τοῖς τῶν Ἰουδαίων καθηγηταῖς ὡς ἡμαρτηκόσιν ἐξ ἀβουλίας τοῦ διὰ τῆς ἄνωθεν χάριτος εὐημερεῖν δύνασθαι, καὶ θεοφιλὲς ἔχειν εἰς ἀρετὴν τὸ σπούδασμα προσιεμένους τὴν πίστιν· τοῦτο μὲν οὐκ ἔδρων οἱ δείλαιοι, κατολισθαίνοντες δὲ μᾶλλον, εἰς τὰ αἰσχίω κατὰ πολλοὺς ἡλίσκοντο τρόπους.
Μετάφραση
Θα δείτε βασιλιά με δόξα, λέει, δηλαδή τον Χριστό. Θα δείτε επίσης και τη γη από μακριά, διότι δεν έχετε ακόμη αντικρίσει τη γη, για την οποία λέει ο Σωτήρας: «Μακάριοι οι πράοι, διότι αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη». Με τα μάτια της διανοίας την αγναντεύουμε σαν να βρίσκεται ακόμη μακριά. Γι' αυτόν τον λόγο, άλλωστε, έχουμε συνηθίσει να μελετούμε τον φόβο του Θεού, ώστε να βρεθούμε μέσα σε αυτήν και, μαζί με τους άλλους αγίους, γεμάτοι από τα χαρίσματα του Χριστού, να Τον δοξολογούμε. <Πού είναι οι γραμματείς; Πού είναι οι σύμβουλοι; Πού είναι αυτός που καταμετρά τον συγκεντρωμένο μικρό και μεγάλο λαό; Στον οποίο δεν έδωσαν συμβουλές, ούτε γνώριζε αυτόν που έχει βαθιά φωνή, ώστε να μην ακούει ένας περιφρονημένος λαός· και σε εκείνον που την ακούει δεν υπάρχει σύνεση.> Αφού κατέστησε σαφή τα βραβεία εκείνων που επέλεξαν την ευσέβεια, μεταβαίνει πάλι στο ότι πρέπει να προκαλέσει λύπη, επιπλήττοντας δικαιολογημένα τους δασκάλους των Ιουδαίων επειδή αμάρτησαν από απερισκεψία, χάνοντας τη δυνατότητα να ευημερούν μέσω της άνωθεν χάριτος και να επιδεικνύουν θεοφιλή ζήλο για την αρετή, αποδεχόμενοι την πίστη. Αυτό, λοιπόν, δεν το έπραξαν οι άθλιοι, αλλά γλιστρώντας ολοένα και περισσότερο, παρασύρονταν στα πιο αισχρά έργα με πολλούς τρόπους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες