Μηκέτι θρήνει, φύσις ἡ ἀνθρωπεία· ἥξει γὰρ ὁ ἀντιληψόμενος ὑμῶν, ἥξει καὶ οὐ χρονιεῖ. Τούτων τοίνυν τῶν θείων φωνῶν κατὰ τὸ νοερὸν οὖς ὁ Ἀβραμιαῖος ἐκεῖνος ἀκούσας πρεσβύτης, τοῦ γήρως ὥσπερ ἐν λήθῃ γενόμενος, θᾶττον ἀνέθορε, καὶ προθυμίας ὅλος πλησθεὶς, γεγωνοτάτῃ φωνῇ· «Ἰσχύσατε, φησὶν, ἀνειμέναι χεῖρες, ἰσχύσατε· γόνατα παραλελυμένα, ἀνορθώθητε·» κνῆμαι συντετριμμέναι, κρατυνθῆτε, ἵνα, τὴν εἰς ᾅδου πορείαν εὐθυβόλως ἀνύσασαι, τηλικούτων ἀγαθῶν ἄγγελοι χρηματίσητε τοῖς προγόνοις.
Μετάφραση
Μην θρηνείς πια, ανθρώπινη φύση· διότι θα έλθει εκείνος που θα σας προστατεύσει, θα έλθει και δεν θα καθυστερήσει. Αυτές λοιπόν τις θείες φωνές, αφού τις άκουσε με τη νοερή ακοή του εκείνος ο Αβραμιαίος πρεσβύτης, παραδίδοντας θαρρείς τα γηρατειά του στη λήθη, αναπήδησε ταχέως, και γεμάτος ολόκληρος από προθυμία, είπε με δυνατότατη φωνή: «Δυναμώστε, λέγει, χαλαρωμένα χέρια, δυναμώστε· παραλυμένα γόνατα, ανορθωθείτε· συντριμμένες κνήμες, στερεωθείτε γερά, ώστε, αφού διανύσετε ευθύβολα την πορεία προς τον Άδη, να γίνετε αγγελιοφόροι τόσο μεγάλων αγαθών στους προπάτορες».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες