μὴ ἐῤῥύσαντο αὐτοὺς οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν, οὓς οἱ πατέρες μου ἀπώλεσαν, τήν τε Γάζαν καὶ Χαῤῥὰν, καὶ Ῥαφεῖς, αἵ εἰσιν ἐν χώρᾳ Θαιμάν, Ποῦ εἰσιν οἱ βασιλεῖς Αἰμὰθ, καὶ Ἀρφὰθ, καὶ πόλεως Ἐμφαρουεὶμ Ἀνὰ καὶ Αὐά;> Κατειλημμένης τάχα που τῆς Λάχης, καὶ ὑπὸ χεῖρα γεγενημένης τὴν βαρβαρικὴν, ἐπολιορκεῖτο μετ᾽ ἐκείνην ἡ Λαμνὰ, ἐκεῖ Ῥαψάκης κατειληφέναι λέγεται τὸν Ἀσσύριον· ὁ δ᾽ ἐτεθορύβητο λίαν. Κατεστράτευσε γὰρ αὐτοῦ Θαραθὰ Αἰθιόπων βασιλεύς.
Μετάφραση
«Μήπως τους έσωσαν οι θεοί των εθνών, τα οποία οι πατέρες μου κατέστρεψαν, την Γάζα και την Χαρράν, και την Ραφείς, που βρίσκονται στη χώρα Θαιμάν; Πού είναι οι βασιλείς της Αιμάθ, και της Αρφάθ, και της πόλης Εμφαρουείμ, της Ανά και της Αυά;» Καθώς η Λάχης είχε πιθανώς καταληφθεί, και είχε υποταχθεί στη βαρβαρική εξουσία, πολιορκούνταν μετά από αυτήν η Λαμνά, όπου λέγεται ότι ο Ραψάκης συνάντησε τον Ασσύριο (βασιλιά)· ο οποίος είχε θορυβηθεί πάρα πολύ. Διότι είχε εκστρατεύσει εναντίον του ο Θαραθά, ο βασιλιάς των Αιθιόπων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες