Εἶτα δεδιὼς μὴ καταληφθείσης αὐτῷ τῆς χώρας ἔξω γένοιτο θώκων τῶν περιφανεστάτων, ἀφίησι μὲν τὴν Ἰουδαίαν, σπεύδει δὲ μᾶλλον εἰς τὴν ἑαυτοῦ· πλὴν οὐ καθυφῆκε τῆς ἐνούσης ὠμότητος αὐτῷ. Πρὸς ἀκράτους δὲ ὥσπερ ὀργὰς ἀνακεκαυμένος, διά τοι τάχα που τὸ μὴ θελῆσαι τοὺς ἐξ Ἰσραὴλ, ἤτοι τοὺς τὴν ἁγίαν οἰκοῦντας πόλιν τοῖς τοῦ Ῥαψάκου λόγοις ἀναπεπεισμένους αὐτομολῆσαι παρ᾽ αὐτὸν, ἀθυροστομεῖ δὴ πάλιν κατὰ τῆς τοῦ Θεοῦ δόξης ὁ δείλαιος· καί τισι τῶν οἰκείων ἐντέλλεται δρομαίως ἰέναι πρὸς Ἐζεχίαν ἀπαγγεῖλαί τέ οἱ τὰ παρ᾽ αὐτοῦ. Ταῦτα δὲ ἦσαν δυσφημίαι κατὰ Θεοῦ λέγοντος σαφῶς· ἐπειδὴ τῶν ἑτέρων χωρῶν ἤτοι ἐθνῶν οἱ θεοὶ τοῖς προσκυνοῦσιν αὐτοὺς συνδιολώλασι, μηδ᾽ ἂν αὐτὸν ἰσχύσαι τὸν τῶν Ἑβραίων Θεὸν ἐξελέσθαι τε αὐτοὺς, καὶ τῆς Ἀσσυρίων ἐξαρπάσαι χειρός. Εἶτα πόλεις ἀπαριθμεῖται πεπορθημένας, ἃς καὶ ἦν εἰκὸς δύνασθαι πολλὰ, ἐξ ὧν ἕτεροι πεπόνθασι. Διὰ τούτων αὐτῶν καταπτοῶν, ὡς τεθνηξομένους, καὶ τοὺς ἐπ᾽ αὐτῷ πεποιθότας τῷ πάντων κρατοῦντι Θεῷ. <Καὶ ἔλαβεν Ἐζεχίας τὸ βιβλίον παρὰ τῶν ἀγγέλων, καὶ ἤνοιξεν αὐτὸ ἔναντι Κυρίου· καὶ προσηύξατο Ἐζεχίας πρὸς Κύριον λέγων· Κύριε Σαβαὼθ ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ ὁ καθήμενος ἐπὶ τῶν Χερουβὶμ, σὺ μόνος Θεὸς εἶ πάσης βασιλείας τῆς οἰκουμένης. Σὺ ἐποίησας τὸν οὐρανὸν, καὶ τὴν γῆν.
Μετάφραση
Έπειτα, επειδή φοβήθηκε μήπως, αν καταληφθεί η χώρα του, στερηθεί τους επιφανέστατους θρόνους του, αφήνει μεν την Ιουδαία, και σπεύδει μάλλον προς τη δική του πατρίδα· όμως δεν εγκατέλειψε καθόλου την έμφυτη σκληρότητά του. Αναμμένος δε από άκρατο θυμό, ίσως επειδή δεν θέλησαν οι εκ του Ισραήλ, δηλαδή όσοι κατοικούσαν στην αγία πόλη, να πειστούν από τα λόγια του Ραψάκη και να αυτομολήσουν σε αυτόν, ο άθλιος ανοίγει και πάλι το στόμα του αυθάδικα εναντίον της δόξας του Θεού· και δίνει εντολή σε κάποιους από τους δικούς του να πάνε τρέχοντας στον Εζεκία και να του αναγγείλουν τα μηνύματά του. Και αυτά ήταν βλασφημίες κατά του Θεού, λέγοντας με σαφήνεια πως, επειδή οι θεοί των άλλων χωρών ή εθνών καταστράφηκαν μαζί με αυτούς που τους προσκυνούσαν, ούτε ο ίδιος ο Θεός των Εβραίων θα μπορούσε να τους σώσει και να τους γλιτώσει από τα χέρια των Ασσυρίων. Έπειτα απαριθμεί πόλεις που είχαν κυριευθεί, οι οποίες ήταν επόμενο να έχουν μεγάλη δύναμη, από τα παθήματα των οποίων είχαν υποφέρει και άλλοι. Με αυτά ακριβώς προσπαθεί να τρομοκρατήσει, σαν να πρόκειται να πεθάνουν, ακόμη και εκείνους που έχουν εμπιστευθεί στον παντοκράτορα Θεό. <Και πήρε ο Εζεκίας την επιστολή από τους αγγελιαφόρους, και την άνοιξε ενώπιον του Κυρίου· και προσευχήθηκε ο Εζεκίας προς τον Κύριο λέγοντας: Κύριε Σαβαώθ, ο Θεός του Ισραήλ, που κάθεσαι επί των Χερουβίμ, εσύ μόνος είσαι ο Θεός σε κάθε βασίλειο της οικουμένης. Εσύ εποίησας τον ουρανό και τη γη.>
Περισσότερα
Λεπτομέρειες