Γεγόνασι μὲν γὰρ αὐτοὶ δημιουργοὶ τῶν ἰδίων θεῶν, καὶ τεχνῖται τῶν προσκυνουμένων, ἐσχήκασι δὲ παρ᾽ αὐτῶν εἰς ὄνησιν οὐδέν. Τάχα δέ που μόναις ταῖς νυκτερίσιν ἀνεδείμαντο τοὺς ναούς. Ἀεὶ γάρ πως τὰ τοιάδε τῶν πτηνῶν ἤτοι ζωϋφίων τοῖς ἀφεγγέσι τῶν τόπων ἐμφιλοχωροῦσιν, καὶ τῆς παρ᾽ ἑαυτῶν βδελυρίας καὶ κακοσμίας ἀναπιμπλᾶσι τὰ ἐν αὐτοῖς. Ἐκβαλεῖ τοίνυν ἄνθρωπος ἃ ἐποίησε βδελύγματα, ἐκβαλεῖ δὲ ὅποι, τοῦ εἰσελθεῖν, φησὶν, εἰς τὰς τρώγλας τῆς στερεᾶς πέτρας, καὶ εἰς τὰς σχισμὰς τῶν πετρῶν ἀπὸ προσώπου τοῦ φόβου Κυρίου. Ἄθρει δὴ οὖν ὅπως τοῖς ἰδίοις θεοῖς ἑαυτοὺς ἐσπούδαζον συγκατορύττειν οἱ τάλανες. Ἀλλ᾽ οὐ τοιοῦτον τεθέανται τὸν τῶν ὅλων Θεόν. Ἐκρύπτετο γὰρ οὐδαμῶς, ὅτε τῆς Αἰγυπτίων ἐκδεδραμήκασι γῆς, εἵπετο δὲ διώκων ὁ Φαραώ. Διέῤῥηξε γὰρ τὴν θάλασσαν, καὶ διήγαγεν αὐτοὺς, ἀῤῥήτῳ δυνάμει, καὶ ἀφράστοις νεύμασι. Καὶ οἱ μὲν ἐσώζοντο βαδίζοντες ὡς ἐπὶ ξηρᾶς· ὁ δὲ ἀπόπληκτος Φαραὼ πανστρατιᾷ κατεπνίγετο. Καὶ μὴν ὅτε Ῥαψάκης ὁ Βαβυλωνίων στρατηγὸς, κύκλῳ περισχὼν τὴν Ἱερουσαλὴμ, πεφλυάρηκε κατὰ Θεοῦ, καὶ ὅλης ἔφη ῥᾳδίως κατακρατήσειν τῆς Ἰουδαίας· οὐκ ἐκρύπτετο Θεὸς, οὐδὲ πετρῶν ἐζήτησε σχισμὰς, οὔτε μὴν διασφαγὰς ὀρῶν, ἀλλ᾽ ηὔχετο μὲν Ἐζεχίας λέγων· «Εἰσάκουσον, Κύριε, εἴσβλεψον, Κύριε, καὶ ἴδε τοὺς λόγους Ῥαψάκου, ὃν ἐξαπέστειλε βασιλεὺς Ἀσσυρίων ὀνειδίζειν Θεὸν ζῶντα.»
Μετάφραση
Διότι οι ίδιοι έγιναν δημιουργοί των δικών τους θεών και τεχνίτες εκείνων που προσκυνούσαν, αλλά δεν έλαβαν από αυτούς καμία απολύτως ωφέλεια. Και ίσως μόνο για τις νυχτερίδες έχτισαν τους ναούς τους. Διότι πάντοτε τέτοιου είδους πτηνά ή ζωύφια συχνάζουν στους σκοτεινούς τόπους, και γεμίζουν ό,τι υπάρχει μέσα σε αυτούς με τη δική τους βδελυρότητα και δυσοσμία. Θα πετάξει, λοιπόν, ο άνθρωπος τα βδελύγματα που έφτιαξε, και θα τα πετάξει πού; Για να εισέλθει, λέει, στις τρύπες του συμπαγούς βράχου και στις σχισμές των πετρών από τον φόβο του προσώπου του Κυρίου. Δες, λοιπόν, πώς οι άθλιοι βιάζονταν να θαφτούν μαζί με τους ίδιους τους θεούς τους. Αλλά δεν είδαν τέτοιον τον Θεό των όλων. Διότι δεν κρυβόταν καθόλου, όταν εκείνοι έφυγαν από τη γη των Αιγυπτίων και τους ακολουθούσε καταδιώκοντάς τους ο Φαραώ. Επειδή διέσχισε τη θάλασσα και τους πέρασε απέναντι με ανέκφραστη δύναμη και άρρητα νεύματα. Και εκείνοι μεν σώζονταν βαδίζοντας σαν σε ξηρά, ενώ ο παράφρων Φαραώ πνιγόταν με όλο του τον στρατό. Επιπλέον, όταν ο Ραψάκης, ο στρατηγός των Βαβυλωνίων, αφού περικύκλωσε την Ιερουσαλήμ, φλυάρησε εναντίον του Θεού και είπε ότι εύκολα θα κυριεύσει ολόκληρη την Ιουδαία· ο Θεός δεν κρύφτηκε, ούτε αναζήτησε σχισμές πετρών, ούτε βέβαια χαράδρες ορέων, αλλά ο Εζεκίας προσευχόταν λέγοντας: «Άκουσε, Κύριε, επίβλεψε, Κύριε, και δες τα λόγια του Ραψάκη, τον οποίο απέστειλε ο βασιλιάς των Ασσυρίων για να χλευάσει τον ζωντανό Θεό.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες