Εἰσακοῦσαι δὲ παρακαλεῖ καὶ εἰσβλέψαι, τοῦτ᾽ ἔστι, μὴ παραβλέψαι, καὶ παρελθεῖν, τὰς οὕτω πικρὰς δυσφημίας· ἀλλ᾽ ἐν δίκῃ κολάσαι τὸν ἀλιτήριον. Ὠνείδισε γὰρ Θεὸν ζῶντα, φησὶ, τοῦτ᾽ ἔστι, κατ᾽ οὐδὲν ἐοικότα τοῖς τῶν ἐθνῶν, οἷς ἐκεῖνος παρεικάζων αὐτὸν ἀνοσίως κατεθρασύνετο. <Ἐπ᾽ ἀληθείας γὰρ ἠρήμωσαν βασιλεῖς Ἀσσυρίων τὴν οἰκουμένην ὅλην, καὶ τὴν χώραν αὐτῶν, καὶ ἀνέβαλον τὰ εἴδωλα αὐτῶν εἰς τὸ πῦρ. Οὐ γὰρ θεοὶ ἦσαν, ἀλλ᾽ ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων, ξύλα, καὶ λίθος, καὶ ἀπώλεσαν αὐτούς. Σὺ δὲ, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, σῶσον ἡμᾶς ἐκ χειρῶν αὐτῶν, ἵνα γνῷ πᾶσα βασιλεία τῆς γῆς ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεὸς μόνος.> Ἀκήκοα, φησὶ, τοῦ βαρβάρου λέγοντος· Μὴ ἐῤῥύσαντο οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ χώραν ἐκ χειρός μου; Κἂν εἰ τοῦτο λέγοι τις, ἐπαινῶ καὶ πείθομαι. Κεκρατήκασι γὰρ ἁπάσης τῆς γῆς, καὶ τὰς πόλεις ἐνέπρησαν, οὐδὲν ἀπόνασθαι δυναμένης τῶν ψευδωνύμων θεῶν· σεσώκασι γὰρ οὐδένα. Πῶς γὰρ, ἢ πόθεν, ξύλου τε καὶ λίθου πεποιημένα καὶ τέχνης ἔργα λιθουργικῆς, καὶ τεκτόνων ὄντες φιλοτεχνήματα· Ταύτῃ τοι καὶ τοῖς ἰδίος προσκυνηταῖς ὁμοῦ διολώλασιν. Ἀλλὰ σὺ, σῶσον ἡμᾶς, ὦ Δέσποτα.
Μετάφραση
Παρακαλεί δε να εισακούσει και να επιβλέψει, δηλαδή να μην παραβλέψει και προσπεράσει, τις τόσο πικρές βλασφημίες, αλλά να τιμωρήσει δίκαια τον αλιτήριο. Διότι χλεύασε τον ζώντα Θεό, λέει, δηλαδή Εκείνον που δεν μοιάζει σε τίποτα με τους θεούς των εθνών, με τους οποίους εκείνος, συγκρίνοντάς Τον, με ανοσιότητα θρασυνόταν. <Διότι στ' αλήθεια οι βασιλείς των Ασσυρίων ερήμωσαν όλη την οικουμένη και τη χώρα τους, και έριξαν τα είδωλά τους στη φωτιά. Επειδή δεν ήταν θεοί, αλλά έργα ανθρώπινων χεριών, ξύλα και πέτρες, και τα κατέστρεψαν. Εσύ όμως, Κύριε και Θεέ μας, σώσε μας από τα χέρια τους, για να γνωρίσει κάθε βασίλειο της γης ότι Εσύ είσαι ο μόνος Θεός.> Άκουσα, λέει, τον βάρβαρο να λέει: Μήπως οι θεοί των εθνών έσωσαν ο καθένας τη δική του χώρα από τα χέρια μου; Αν κάποιος το λέει αυτό, το επαινώ και πείθομαι. Διότι κυριάρχησαν σε όλη τη γη και πυρπόλησαν τις πόλεις, χωρίς οι ψευδώνυμοι θεοί να μπορέσουν να προσφέρουν καμία βοήθεια· επειδή δεν έσωσαν κανέναν. Πώς άλλωστε ή από πού θα μπορούσαν, εφόσον είναι φτιαγμένοι από ξύλο και πέτρα και είναι έργα λιθοξοϊκής τέχνης και δημιουργήματα ξυλουργών; Γι' αυτόν τον λόγο καταστράφηκαν μαζί με τους ίδιους τους προσκυνητές τους. Αλλά Εσύ, σώσε μας, ω Δέσποτα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες