Ἀλλ᾽ οὐδενὸς τῶν τοιούτων διαμνημονεύσας, φησὶν, ὠνείδισας τὸν Κύριον. <Σὺ γὰρ εἶπας· Τῷ πλήθει τῶν ἁρμάτων ἀνέβην εἰς ὕψος ὀρέων, καὶ εἰς τὰ ἔσχατα τοῦ Λιβάνου, καὶ ἔκοψα τὸ ὕψος τῆς κέδρου αὐτοῦ, καὶ τὸ κάλλος αὐτῆς, καὶ εἰσῆλθον εἰς ὕψος μέρους τοῦ δρυμοῦ, καὶ ἔθηκα γέφυραν, καὶ ἠρήμωσα ὕδατα, καὶ πᾶσαν συναγωγὴν ὕδατος.> Τῆς Περσικῆς ἀλαζονείας ἐξηγεῖται τὸν ὄγκον, καὶ τὸ ἀσύνετον φύσημα, καὶ τῆς μεγαληγορίας τὸ μέγεθος. Λιβάνῳ γὰρ παρεικάζει, καθὰ καὶ φθάσαντες ἔφημεν, τήν τε τῶν Ἰουδαίων χώραν, καὶ αὐτὴν τάχα που τῶν Σαμαρειτῶν, ἣν κατῳκήκασιν αἱ δέκα φυλαί. Ὁ μὲν γὰρ Λίβανος ὄρος ἐστὶν ἐν Φοινίκῃ κέδροις τῶν ξύλων ὑψοῦ δὴ λίαν ἠρμένοις εὐθαλὲς καὶ κατάκομον. Νοεῖται δέ πως τοιαύτη τῶν Ἰουδαίων ἡ χώρα, ὑψηλὴ μὲν, ὅτι Θεὸς ἦν ὁ ἐπαμύνων αὐτῇ, δασεῖά γε μὴν, ὅτι ἀριθμοῦ κρείττονας ὁρᾶσθαι τοὺς ἐν αὐτῇ. Ἀλλ᾽ εἷλον μὲν τὴν Σαμάρειαν οἱ Ἀσσύριοι τύραννοι, συγκατεδῄωσε δὲ αὐτῇ, καὶ τῆς Ἰουδαίας οὐκ εὐαριθμήτους πόλεις. Σὺ τοίνυν, φησὶν, ὦ Ἀσσύριε, γαῦρον ἔχων τὸ φρόνημα, καὶ τῶν γεγονότων τὴν ἔκβασιν ταῖς αὐτοῦ δυνάμεσιν ἀνατιθεὶς, εἶπος ὅτι Τῷ πλήθει τῶν ἁρμάτων ἀνέβην εἰς ὕψος ὀρέων, καὶ εἰς τὰ ἔσχατα τοῦ Λιβάνου, τοῦτ᾽ ἔστιν, ἐπ᾽ αὐτὴν τὴν βασιλείαν τὴν παρά γε τοῖς ἐξ Ἰσραήλ. Ἔκοψα τὸ ὕψος τοῦ κέδρου αὐτοῦ. Αὐτοῦ τίνος; Τοῦ Λιβάνου, δηλονότι τῆς Ἰουδαίας.
Μετάφραση
Αλλά, χωρίς να θυμηθείς τίποτα από τέτοια πράγματα, λέει, χλεύασες τον Κύριο. <Διότι εσύ είπες: Με το πλήθος των αρμάτων ανέβηκα στο ύψος των ορέων, και στα έσχατα του Λιβάνου, και έκοψα το ύψος της κέδρου του, και την ομορφιά της, και εισήλθα στο ύψος μέρους του δάσους, και έφτιαξα γέφυρα, και ερήμωσα τα ύδατα, και κάθε συγκέντρωση υδάτων.> Εξηγεί τον όγκο της περσικής αλαζονείας, την ασύνετη έπαρση και το μέγεθος της μεγαλαυχίας. Διότι παρομοιάζει με τον Λίβανο, όπως ήδη προαναφέραμε, τόσο τη χώρα των Ιουδαίων, όσο πιθανώς και την ίδια τη χώρα των Σαμαρειτών, την οποία κατοίκησαν οι δέκα φυλές. Διότι ο Λίβανος είναι ένα όρος στη Φοινίκη, καταπράσινο και κατάφυτο από δέντρα κέδρου που υψώνονται πάρα πολύ. Έτσι περίπου νοείται και η χώρα των Ιουδαίων, υψηλή αφενός, επειδή ο Θεός ήταν ο υπερασπιστής της, δασώδης αφετέρου, επειδή ο πληθυσμός της φαινόταν να υπερβαίνει κάθε αριθμό. Όμως, οι Ασσύριοι τύραννοι κατέλαβαν τη Σαμάρεια και μαζί με αυτήν λεηλάτησαν και αναρίθμητες πόλεις της Ιουδαίας. Εσύ λοιπόν, λέει, ω Ασσύριε, έχοντας αλαζονικό φρόνημα, και αποδίδοντας την έκβαση των γεγονότων στις δικές σου δυνάμεις, είπες ότι: Με το πλήθος των αρμάτων ανέβηκα στο ύψος των ορέων, και στα έσχατα του Λιβάνου, δηλαδή στην ίδια τη βασιλεία των απογόνων του Ισραήλ. Έκοψα το ύψος του κέδρου του. Τίνος αυτού; Του Λιβάνου, δηλαδή της Ιουδαίας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες