Εἶτα μετὰ τοῦτο δείκνυσιν ὅτι μὴ μᾶλλον αὐτοὶ δεδύνηνται κατορθοῦν, ἐφ᾽ οἷς πεφρονήκασι τὰ οὕτως ὑπέρογκα· ψῆφος δὲ μᾶλλον ἡ παρ᾽ αὐτοῦ κατὰ τῶν πλημμελούντων ἐνηνεγμένη τὴν τοῦ δύνασθαι δόξαν ἐνεποίησεν αὐτοῖς. <Οὐ ταῦτα ἤκουσας πάλαι ἃ ἐγὼ ἐποίησα; Ἐξ ἀρχαίων ἡμερῶν συνέταξα, νῦν δὲ ἐπέταξα ἐξερημῶσαι ἔθνη ἐν ὀχυροῖς, καὶ ἐνοικοῦντας ἐν πόλεσιν ὀχυραῖς. Ἀνῆκα τὰς χεῖρας, καὶ ἐξηράνθησαν, καὶ ἐγένοντο ὡς ἄνθος ξηρὸν ἐπὶ δωμάτων, καὶ ὡς ἄγρωστις.> Ταυτὶ μὲν οὖν ἅπαντα, φησὶν, ἅπερ αὐτὸς οἴει κατωρθωκέναι, ταῖς ἑαυτοῦ δυνάμεσιν ἀνατιθεὶς, οὐκ ἐρυθριᾷς; Ἀλλ᾽, ὦ ματαίαν ἔχων ἐπ᾽ οὐδενὶ τὴν ὀφρὺν, οὐ ταῦτα ἤκουσας πάλαι, ἃ ἐγὼ ἐποίησα; Εἰ γὰρ δὴ βούλοιο, φησὶ, τοὺς τῶν ἐμῶν προφητῶν πολυπραγμονῆσαι λόγους, ἔφην ἤδη φθάσας ὅτι ταῦτα γενήσεται. Ἐγὼ γὰρ ἐξ ἀρχαίων ἡμερῶν συνέταξα, τοῦτ᾽ ἔστιν, ὥρισα καὶ κατένευσα· ἀπέδειξα δὲ νῦν καιροῦ καλοῦντος εἰς πέρας τὰ προηγγελμένα, ὥστε ἐξερημῶσαι ἔθνη ἐν πόλεσιν ὀχυραῖς, τοῦτ᾽ ἔστιν, οὐκ ἀσθενῆ, καὶ εὐάλωτα. Ἐγὼ τὰς χεῖρας ἀνῆκα, καὶ ἐξηράνθησαν. Ὁ γὰρ πάλαι ταῖς ἀνεξικακίαις ἔτι συνέχων αὐτὰ πρὸς τὸ εἶναι, καὶ συνεστάναι τὴν ἐπαμύνουσαν ἀπέστησα χεῖρα, καὶ ἐν ἴσῳ πόας κατεξηράνθησαν, καὶ χόρτου δίκην κατεμαράνθησαν, καὶ οἷά τις ἄγρωστις ξηρὰ πυρὶ δέδοται τροφή.
Μετάφραση
Έπειτα, μετά από αυτό, δείχνει ότι δεν μπόρεσαν μάλλον οι ίδιοι να κατορθώσουν αυτά για τα οποία υπερηφανεύτηκαν τόσο υπερβολικά· αλλά μάλλον η απόφαση που εκδόθηκε από Εκείνον εναντίον όσων αμάρτησαν, τους δημιούργησε την εντύπωση της δυνάμεως. <Δεν άκουσες από παλιά αυτά που εγώ έκανα; Από αρχαίες ημέρες τα όρισα, και τώρα διέταξα να ερημωθούν έθνη σε οχυρά, και όσοι κατοικούν σε οχυρωμένες πόλεις. Απέσυρα τα χέρια μου και ξεράθηκαν, και έγιναν σαν ξερό άνθος πάνω στις στέγες και σαν αγριάδα.> Όλα αυτά λοιπόν, λέει, τα οποία νομίζεις ότι εσύ έχεις κατορθώσει, αποδίδοντάς τα στις δικές σου δυνάμεις, δεν ντρέπεσαι; Αλλά, ω εσύ που έχεις μάταιη υπερηφάνεια για το τίποτα, δεν άκουσες από παλιά αυτά που εγώ έκανα; Διότι αν ήθελες, λέει, να εξετάσεις προσεκτικά τα λόγια των προφητών μου, έχω ήδη πει από πριν ότι αυτά θα γίνουν. Διότι εγώ από αρχαίες ημέρες τα διέταξα, δηλαδή τα καθόρισα και τα αποφάσισα· και τώρα που το απαιτούσε ο καιρός, έφερα σε πέρας όσα είχαν προαναγγελθεί, ώστε να ερημωθούν έθνη σε οχυρωμένες πόλεις, δηλαδή όχι αδύναμα και ευάλωτα. Εγώ απέσυρα τα χέρια μου, και ξεράθηκαν. Διότι εγώ που παλαιότερα με την ανεξικακία μου τα συγκρατούσα ακόμη στη ζωή και στην ύπαρξη, απέσυρα το χέρι που τα προστάτευε, και ξεράθηκαν σαν το χορτάρι, και μαράθηκαν σαν την πόα, και παραδόθηκαν ως τροφή στη φωτιά σαν κάποια ξερή αγριάδα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες