Τοῦτό τοι καὶ ἑτέρωθί φησι πρὸς αὐτόν· ἐπειδὴ γὰρ τὰ ὁρισθέντα γενέσθαι παρὰ Θεοῦ διαπεράνας ὁ δυσσεβὴς, ἐφ᾽ ἑαυτῷ πεφρόνηκε μέγα, πάλιν ἤκουε Θεοῦ λέγοντος· «Μὴ δοξασθήσεται ἀξίνη, ἄνευ τοῦ κόπτοντος ἐν αὐτῇ; Ἢ ὑψωθήσεται πρίων ἄνευ τοῦ ἕλκοντος αὐτόν;» Ὥσπερ γὰρ τὰ τοιάδε τῶν ὀργάνων, οὐχ ἑαυτὰ κινεῖ πρὸς ἔργα τυχὸν, περιμένει δὲ μᾶλλον τὴν τοῦ σαλεύοντος χεῖρα· οὕτω καὶ σὺ, φησὶ, γέγονας ὄργανον τῆς θείας ὀργῆς, οὐ μὴν αὐτὸς εἰργάσω ταῖς δυνάμεσι ταῖς σαῖς, ἀλλ᾽ ἦσθα μᾶλλον οἷον ἀξίνη, καὶ πρίων τοῖς τοῦ κινοῦντος θελήμασιν ὑπηρετεῖν τεταγμένος. <Νῦν δὲ τὴν ἀνάπαυσίν σου, καὶ τὴν ἔξοδόν σου ἐγὼ ἐπίσταμαι· ὁ δὲ θυμός σου ὃν ἐθυμώθης, καὶ ἡ πικρία σου ἀνέβη πρός με.> Καταλαζονεύῃ μὲν οὖν, φησὶ, τῶν θείων κριμάτων γεγονὼς ὑπουργὸς, οἴει δὲ ἴσως κατὰ σαυτὸν, καὶ μόνος κατευμεγεθῆσαι τοσούτων ἐθνῶν καὶ χωρῶν, ὡς κατεμπρῆσαί τε καὶ ἑλεῖν αὐτάς. Ἀλλ᾽ ἐγὼ τὴν σὴν ἀνάπαυσιν, καὶ τὴν ἔξοδον, καὶ τὴν εἴσοδον ἐπίσταμαι.
Μετάφραση
Αυτό, βέβαια, του λέει και αλλού· διότι, επειδή ο ασεβής, αφού έφερε εις πέρας εκείνα που είχαν οριστεί να γίνουν από τον Θεό, υπερηφανεύτηκε, άκουσε πάλι τον Θεό να λέει: «Μήπως θα δοξαστεί το τσεκούρι χωρίς αυτόν που κόβει με αυτό; Ή θα υψωθεί το πριόνι χωρίς αυτόν που το τραβάει;» Διότι, όπως ακριβώς τα τέτοιου είδους εργαλεία δεν κινούν τα ίδια τον εαυτό τους προς κάποιο έργο, αλλά μάλλον περιμένουν το χέρι εκείνου που τα κινεί, έτσι και εσύ, λέει, έγινες όργανο της θείας οργής, και δεν έδρασες βέβαια με τις δικές σου δυνάμεις, αλλά ήσουν μάλλον σαν τσεκούρι και πριόνι, ταγμένος να υπηρετείς τα θελήματα εκείνου που σε κινεί. <Τώρα όμως εγώ γνωρίζω την ανάπαυσή σου και την έξοδό σου· και ο θυμός σου με τον οποίο θύμωσες και η πικρία σου ανέβηκαν προς εμένα.> Καυχιέσαι λοιπόν αλαζονικά, λέει, ενώ έχεις γίνει απλός υπηρέτης των θείων κριμάτων, και ίσως νομίζεις μέσα σου ότι από μόνος σου επιβλήθηκες σε τόσα έθνη και χώρες, ώστε να τις κατακάψεις και να τις κυριεύσεις. Αλλά εγώ γνωρίζω την ανάπαυσή σου, και την έξοδο, και την είσοδό σου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες