Σάκκον μέν γε ἤτοι περίβλημα πενθικὸν περιτέθειται μὲν Ἐζεχίας, ἄνεισι δὲ καὶ εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ, καὶ μάλα εἰκότως. Πενθεῖν γὰρ ἀκόλουθον, κλαίειν δὲ καὶ κατατρύχεσθαι τοὺς ἐν ἀκμαῖς ὄντας κακῶν, καὶ σωτηρίας ἐλπίδα ποιεῖσθαι Θεὸν, αὐτῷ τε προσκαθῆσθαι, καὶ θαμίζειν ἐν ἁγίοις τόποις, ἔνθα μάλιστα πρεπωδέστερον τὰς πρὸς αὐτὸν ἱκετείας ποιοῖτ᾽ ἄ τις. <Καὶ ἀπέστειλεν Ἐλιακεὶμ τὸν οἰκονόμον, καὶ Σομνᾶν τὸν γραμματέα, καὶ τοὺς πρεσβυτέρους τῶν ἱερέων περιβεβλημένους σάκκον πρὸς Ἡσαΐαν υἱὸν Ἀμὼς τὸν προφήτην, καὶ εἶπαν αὐτῷ· Τάδε λέγει Ἐζεχίας· Ἡμέρα θλίψεως, καὶ ὀνειδισμοῦ, καὶ ἐλεγμοῦ, καὶ ὀργῆς ἡ σήμερον ἡμέρα, ὅτι ἥκει ἡ ὠδὶν τῇ τικτούσῃ, ἰσχὺν δὲ οὐκ ἔχει τοῦ τεκεῖν. Εἴ πως εἰσακούσαι Κύριος ὁ Θεός σου τοὺς λόγους Ῥαψάκου, οὓς ἀπέστειλε βασιλεὺς Ἀσσυρίων ὀνειδίζειν Θεὸν ζῶντα, καὶ ὀνειδίζειν λόγους οὓς ἤκουσε Κύριος ὁ Θεός σου, καὶ δεηθήσῃ πρὸς Κύριον τὸν Θεόν σου περὶ τῶν καταλελειμμένων τούτων.> Τοὺς προὔχοντας ἐν ἱερωσύνῃ καὶ ταῖς ἀνωτάτω τιμαῖς ἐκ νόμου κατεστεμμένους ὁμοῦ τοῖς ἄλλοις, οὐκ ἂν ἐσθήμασιν ὄντας ἱεροῖς, καὶ τοῖς τῇ λειτουργίᾳ πρεπωδεστέροις· ἐν σάκκοις δὲ μᾶλλον, ἤτοι πενθικοῖς περιβλήμασι κατημφιεσμένους ἰέναι προστέταχε πρὸς τὸν μακάριον προφήτην Ἡσαΐαν, ἀπαγγεῖλαί τε ὅτι θλίψεως αὐτοῖς ἐπιπέπτωκεν ἡμέρα καὶ ὀνειδισμοῦ.
Μετάφραση
Ο Εζεκίας, λοιπόν, φόρεσε σάκο, δηλαδή πένθιμο ένδυμα, και ανέβηκε στον οίκο του Θεού, και πολύ δικαιολογημένα. Διότι είναι επόμενο να πενθούν, να κλαίνε και να καταπονούνται όσοι βρίσκονται στο απόγειο των συμφορών, και να θέτουν την ελπίδα της σωτηρίας τους στον Θεό, να προσκολλούνται σε Αυτόν και να συχνάζουν στους άγιους τόπους, όπου είναι και το πλέον αρμόζον να απευθύνει κανείς τις ικεσίες του προς Αυτόν. <Και απέστειλε τον Ελιακείμ τον οικονόμο, και τον Σομνά τον γραμματέα, και τους πρεσβυτέρους των ιερέων ντυμένους με σάκους προς τον προφήτη Ησαΐα, τον υιό του Αμώς, και του είπαν: Αυτά λέει ο Εζεκίας: Ημέρα θλίψης, και ονειδισμού, και ελέγχου, και οργής είναι η σημερινή ημέρα, διότι έφτασαν οι ωδίνες στην έγκυο, αλλά δεν έχει τη δύναμη να γεννήσει. Ίσως εισακούσει ο Κύριος ο Θεός σου τα λόγια του Ραψάκη, τον οποίο απέστειλε ο βασιλιάς των Ασσυρίων για να χλευάσει τον ζωντανό Θεό, και ελέγξει τα λόγια που άκουσε ο Κύριος ο Θεός σου, και ας δεηθείς προς τον Κύριο τον Θεό σου για το υπόλειμμα αυτό.> Τους εξέχοντες στην ιερωσύνη και όσους ήταν στεφανωμένοι με τις ανώτατες τιμές σύμφωνα με τον νόμο, μαζί με τους άλλους, όχι φορώντας ιερά άμφια και τα πιο κατάλληλα για τη λειτουργία ενδύματα, αλλά μάλλον ντυμένους με σάκους, δηλαδή με πένθιμα ενδύματα, διέταξε να πάνε προς τον μακάριο προφήτη Ησαΐα, και να του αναγγείλουν ότι τους έχει βρει ημέρα θλίψης και ονειδισμού.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες