Εἶτά φησιν, ὅτι Ἐν ὅλῃ νυκτὶ καὶ ἡμέρᾳ καθάπερ τινὶ λέοντι παρεδόθη τὰ ὀστᾶ μου συντρίβοντι. Καὶ τίς ὁ λέων; Ἢ τῆς ἀῤῥωστείας τὸ ἄχθος, καὶ μονονουχὶ καταβρυχόμενος ὡς ἐν εἴδει θηρίου ὁ θάνατος, καὶ τὴν ἔφοδον ἀπειλῶν, ἤγουν τὸ ἐκ τοῦ τεθνάναι προσδοκᾷν ἀνειμένον δεῖμα. Συντρίβει γὰρ φόβος τε ὁμοῦ καὶ δυσθυμία ψυχὴν, καὶ πᾶσαν αὐτῆς συνθρίπτει δύναμιν. <Ὡς χελιδὼν, οὕτως φωνήσω, καὶ ὡς περιστερὰ, οὕτως μελετήσω. Ἐξέλιπον γάρ μου οἱ ὀφθαλμοὶ τοῦ βλέπειν εἰς τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ πρὸς Κύριον, ὃς ἐξείλετό με, καὶ ἀφείλετό μου τὴν ὀδύνην τῆς ψυχῆς. Κύριε, καὶ περὶ αὐτῆς ἀνηγγέλη σοι, καὶ ἐξήγειράς μου τὴν πνοὴν, καὶ παρακληθεὶς ἔζησα. Εἴλου γάρ μου τὴν ψυχὴν, ἵνα μὴ ἀπόληται, καὶ ἀπέῤῥιψας ὀπίσω μου πάσας τὰς ἁμαρτίας μου.> Τὰς χαριστηρίους ἀνατείνων ᾠδὰς, τὰ τῶν στρουθίων εὐστομεῖν εἰωθότα μιμεῖσθαι κατεπαγγέλλεται, καὶ ἀκαταλήκτους ποιεῖσθαι τὰς ὑμνῳδίας. Φησὶ δὲ ὅτι τοὺς τῆς διανοίας ὀφθαλμοὺς ἀνατείνας πρὸς Θεὸν, σέσωσται, καὶ διαπέφευγε καὶ τῆς ψυχῆς τὴν ὀδύνην, καὶ αὐτὸν δὲ τὸν θάνατον. Ἐξήγειρας γὰρ, φησὶ, τὴν ζωὴν, ἔζησά τε καὶ περιεποιήσω τὴν ἐμὴν, ἵνα μὴ ἀπόληται, καὶ ἀπέῤῥιψας ὀπίσω μου πάσας τὰς ἁμαρτίας μου.
Μετάφραση
Έπειτα λέει ότι, «Όλη τη νύχτα και την ημέρα παραδόθηκα σαν σε κάποιο λιοντάρι που συντρίβει τα οστά μου». Και ποιο είναι το λιοντάρι; Ή το βάρος της αρρώστιας, και ο θάνατος που σχεδόν βρυχάται με τη μορφή θηρίου και απειλεί με επίθεση, δηλαδή ο αδιάκοπος τρόμος που προέρχεται από την προσδοκία του θανάτου. Διότι ο φόβος και μαζί η απελπισία συντρίβουν την ψυχή και θρυμματίζουν κάθε της δύναμη. <Σαν χελιδόνι, έτσι θα φωνάξω, και σαν περιστέρι, έτσι θα θρηνήσω. Διότι απέκαμαν τα μάτια μου να ατενίζουν στο ύψος του ουρανού προς τον Κύριο, ο οποίος με γλίτωσε, και αφαίρεσε από εμένα την οδύνη της ψυχής. Κύριε, και για αυτήν σου αναγγέλθηκε, και ανόρθωσες την πνοή μου, και αφού παρηγορήθηκα έζησα. Διότι προστάτεψες την ψυχή μου, για να μην χαθεί, και έριξες πίσω μου όλες τις αμαρτίες μου.> Αναπέμποντας τις ευχαριστήριες ωδές, υπόσχεται να μιμείται τα στρουθία που συνηθίζουν να κελαηδούν γλυκά, και να προσφέρει ακατάπαυστες τις υμνωδίες του. Λέει δε ότι, υψώνοντας τα μάτια της διανοίας προς τον Θεό, σώθηκε και απέφυγε και την οδύνη της ψυχής, αλλά και αυτόν ακόμα τον θάνατο. Διότι, λέει, ανόρθωσες τη ζωή, έζησα και διαφύλαξες τη δική μου (ψυχή), για να μην χαθεί, και έριξες πίσω μου όλες τις αμαρτίες μου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες