Οὐ γὰρ μὴ σπείρωσιν, οὐδ᾽ οὐ μὴ φυτεύσωσιν, οὐδ᾽ οὐ μὴ ῥιζωθῇ εἰς τὴν γῆν ἡ ῥίζα αὐτῶν. Ἔπνευσεν ἐπ᾽ αὐτοὺς ἄνεμος, καὶ ἐξηράνθησαν, καὶ καταιγὶς ὡς φρύγανα ἀναλήψεται αὐτούς.> Ἔθος τοῖς πεπλανημένοις, καὶ οὐκ εἰδόσι Θεὸν τὸν φύσει καὶ ἀληθῶς, οὐχὶ δὴ μόναις ταῖς τῶν δαιμόνων ἀγέλαις προσκυνεῖν, καὶ τῷ ξύλῳ λέγειν· Θεός μου εἶ σὺ, καὶ τῷ λίθῳ, Σὺ ἐγέννησάς με, ἀλλὰ γὰρ καὶ ἀνθρώπους ἐπισήμους γεγονότας ἐπὶ τῆς γῆς ἀβουλότατα θεοποιεῖν. Καὶ γοῦν ὁ Σεναχηρεὶμ ὑπονοστήσας ἐκ τῆς Ἰουδαίας εἰς τὴν ἑαυτοῦ, προσκυνεῖν ἐλέγετο τὸν πάτραρχον αὐτοῦ. Προσεκόμιζον γὰρ καὶ τοῖς τεθνεῶσι θυσίας, ἥρωάς τε καλοῦντες αὐτοὺς ἀπεγράφοντο θεούς. Ἔδει τοίνυν διαβεβλημένης ἐναργῶς τῆς τῶν εἰδώλων πληθύος, καὶ ἐπ᾽ αὐτὸν δὴ τοῦτον χωρῆσαι τὸν λόγον, ἀναπεῖσαι τοὺς πεπλανημένους οὐδὲν παντελῶς ἡγεῖσθαι τὰ ἀνθρώπινα· ἀλλὰ γὰρ κἂν εἴ τινες τῶν ἐπὶ τῆς γῆς λαμπροί τε καὶ ἀξιάγαστοι γεγόνασι κατὰ καιροὺς, ἢ θώκοις ἐμπρέποντες τοῖς ἀνωτάτω, καὶ βασιλικοῖς, ἤγουν ἑτέρας ὑπεροχῆς ἠξιωμένοι κατὰ καιροὺς, κατὰ μηδένα τρόπον οἴεσθαι θεοὺς ὑπάρχειν αὐτοὺς, ἐννοεῖν δὲ μᾶλλον ὅτι, καὶ τὸ δύνασθαι, καὶ τὸ ἄρχειν τισὶν εἴη ἂν οὐκ ἑτέρωθεν πλὴν ὅτι παρὰ Θεοῦ δοτόν.
Μετάφραση
«Διότι δεν θα σπείρουν, ούτε θα φυτέψουν, ούτε θα ριζώσει στη γη η ρίζα τους. Φύσηξε πάνω τους άνεμος και ξεράθηκαν, και η θύελλα θα τους σηκώσει σαν ξερόκλαδα.» Είναι συνήθεια σε αυτούς που έχουν πλανηθεί και δεν γνωρίζουν τον κατά φύσιν και αληθινό Θεό, όχι μόνο να προσκυνούν τα σμήνη των δαιμόνων, και να λένε στο ξύλο: «Εσύ είσαι ο Θεός μου», και στην πέτρα: «Εσύ με γέννησες», αλλά επιπλέον να θεοποιούν εντελώς απερίσκεπτα ανθρώπους που έγιναν επιφανείς πάνω στη γη. Γι' αυτό και ο Σενναχηρείμ, όταν επέστρεψε από την Ιουδαία στην πατρίδα του, λεγόταν ότι προσκυνούσε τον πάτραρχό του. Διότι προσέφεραν θυσίες ακόμη και στους νεκρούς, και αποκαλώντας τους ήρωες, τους κατέγραφαν ως θεούς. Έπρεπε, λοιπόν, εφόσον κατακρίθηκε με σαφήνεια η πληθώρα των ειδώλων, να προχωρήσει ο λόγος και σε αυτό ακριβώς το ζήτημα, ώστε να πείσει τους πλανημένους να μην δίνουν απολύτως καμία θεϊκή αξία στα ανθρώπινα πράγματα· αλλά, έστω κι αν κάποιοι πάνω στη γη υπήρξαν λαμπροί και αξιοθαύμαστοι κατά καιρούς, ή διακρίθηκαν σε ανώτατους και βασιλικούς θρόνους, ή αξιώθηκαν κάποιας άλλης υπεροχής κατά καιρούς, με κανέναν τρόπο να μη νομίζουν ότι αυτοί είναι θεοί, αλλά μάλλον να κατανοούν ότι η δύναμη και η εξουσία σε ορισμένους δεν μπορεί να προέρχεται από πουθενά αλλού, παρά μόνο ως δώρο από τον Θεό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες