Λάθοι γὰρ ἂν παντελῶς οὐδὲν τὴν ἀπόῤῥητον σοφίαν, τὸν πάντα εἰδότα νοῦν. <Μὴ γὰρ εἴπῃς Ἰακὼβ, καὶ τί ἐλάλησεν Ἰσραήλ; Ἀπεκρύβη ἡ ὁδός μου ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ ὁ Θεός μου τὴν κρίσιν μου ἀφεῖλε, καὶ ἀπέστη.> Ὄτι κεκλήσονται κατὰ καιροὺς οἱ πλανώμενοι, καὶ τὸ τῆς ἀληθείας εἰς νοῦν καὶ καρδίαν καταπλουτήσαντες φῶς, ἐπιγνώσονται μὲν τὸν τῶν ὅλων γενεσιουργὸν καὶ τεχνίτην, εὖ μάλα διειρηκὼς, ἔσονται δὲ ὅτι σοφοὶ καὶ ἀγχίνοι, καὶ ἀπὸ καλλονῆς κτισμάτων θεωρήσουσιν ἀναλόγως τὸν τόδε τὸ σύμπαν ἀῤῥήτῳ δυνάμει προενεγκόντα πρὸς ὕπαρξιν, καὶ ἀποχρῶσαν αὐτοῖς ἐξυφήνας τὴν μυσταγωγίαν διὰ τῶν ἤδη προειρημένων, μεθίστησι τὸν λόγον ἐπὶ τοὺς ἐξ αἵματος Ἰακὼβ, ἤτοι τὸν Ἰσραήλ. Ἐπειδὴ γὰρ προσέκοψαν τῷ λίθῳ τοῦ προσκόμματος, καὶ τὸν τῆς σωτηρίας χορηγὸν οὐ παραδεξάμενοι, τῆς πρὸς αὐτὸν οἰκειότητος γεγόνασί που μακρὰν, οὐκέτι παραδεχθείσης τῆς κατὰ νόμον σκιᾶς, οὐκ εἰσκεκομισμένης δὲ μᾶλλον τῆς ἐν πνεύματί τε καὶ ἀληθείᾳ προσκυνήσεως, καὶ λατρείας, τοῦτ᾽ ἔστι, τῆς εὐαγγελικῆς, διεγόγγυζον λέγοντες· Ἀπεκρύβη ἡ ὁδός μου ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, τοῦτ᾽ ἔστι, τὴν νομικὴν οὐκ ἐπισκέπτεται πολιτείαν. Ζῶντας γὰρ οὕτω. καθάπερ ἀμέλει καὶ ἡ διὰ τοῦ πανσόφου Μωσέως προστέταχεν ἐντολὴ, τῆς παρ᾽ ἑαυτοῦ λοιπὸν ἐποπτίας οὐκ ἀξιοῖ. Ἀφεῖλε δέ μου τὴν κρίσιν καὶ ἀπέστη, τοῦτ᾽ ἔστιν, ἔπαυσε τὸν νόμον.
Μετάφραση
Διότι τίποτα απολύτως δεν θα μπορούσε να διαφύγει από την άρρητη σοφία, τον νου που τα γνωρίζει όλα. <Μην πεις, Ιακώβ, και τι μίλησε ο Ισραήλ; Η οδός μου αποκρύφτηκε από τον Θεό, και ο Θεός αφαίρεσε το δίκαιό μου, και απομακρύνθηκε.> Αφού εξήγησε πολύ καλά ότι οι πλανεμένοι θα κληθούν στην κατάλληλη εποχή, και, αφού πλουτίσουν στον νου και την καρδιά τους το φως της αλήθειας, θα γνωρίσουν τον δημιουργό και τεχνίτη των πάντων, και ότι θα γίνουν σοφοί και οξυδερκείς, και από την ωραιότητα των κτισμάτων θα αναλογιστούν Εκείνον που έφερε το σύμπαν στην ύπαρξη με άρρητη δύναμη, και αφού ύφανε γι' αυτούς επαρκή μυσταγωγία μέσω όσων έχουν ήδη προλεχθεί, μεταθέτει τον λόγο σε αυτούς που κατάγονται από το αίμα του Ιακώβ, δηλαδή τον Ισραήλ. Διότι, επειδή σκόνταψαν στον λίθο του προσκόμματος, και δεν αποδέχθηκαν τον χορηγό της σωτηρίας, απομακρύνθηκαν πολύ από την οικειότητα μαζί Του, αφού δεν γινόταν πλέον αποδεκτή η σκιά του νόμου, και δεν είχαν εισαγάγει την εν πνεύματι και αληθεία προσκύνηση και λατρεία, δηλαδή την ευαγγελική, γόγγυζαν λέγοντας: Αποκρύφτηκε η οδός μου από τον Θεό, δηλαδή, δεν επισκέπτεται πλέον τον τρόπο ζωής κατά τον νόμο. Διότι δεν μας θεωρεί πλέον άξιους της δικής Του επιστασίας, παρόλο που ζούμε ακριβώς όπως προσέταξε η εντολή μέσω του πάνσοφου Μωυσή. Αφαίρεσε το δίκαιό μου και απομακρύνθηκε, δηλαδή, κατήργησε τον νόμο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες