Δόξαν γὰρ καὶ ὁ Ἡσαΐας τὸν Σωτῆρα καλεῖ, κατὰ τὸ τῆς θεότητος ἀξίωμα· εἰπὼν γὰρ τὰ ἐν τῇ ἐρήμῳ θαύματα, καὶ εὐαγγελισάμενος τὴν ἔρημον, φησίν· «Ἀγαλλιάσθω τὰ ἔρημα τοῦ Ἰορδάνου καὶ ἀνθείτω ὡς κρίνον· ὅτι ἡ δόξα τοῦ Λιβάνου ἐδόθη αὐτῇ, καὶ ἡ τιμὴ τοῦ Καρμήλου. Καὶ ὁ λαός μου ὄψεται τὴν δόξαν Κυρίου, καὶ τὸ ὕψος τοῦ Θεοῦ· καὶ ὄψεται πᾶσα σὰρξ τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ.» Δόξα οὖν ἐστιν ἀπὸ δόξης· ὅθεν καὶ ὁ Παῦλος λέγει· «Ὃς ὢν ἀπαύγασμα τῆς δόξης καὶ χαρακτὴρ τῆς ὑποστάσεως.» Πατὴρ οὖν ἐστι τῆς δόξης τοῦ Μονογενοῦς· Θεὸς δὲ τῆς σαρκὸς τοῦ Χριστοῦ. Οὐκ ἄλλον δὲ τὸν Χριστὸν λέγω, καὶ ἄλλον τὸν Μονογενῆ· τῇ γὰρ ἐννοίᾳ οὐ τέμνω τὰ μὴ τεμνόμενα τῇ ἑνώσει. Πατὴρ γὰρ τοῦ Μονογενοῦς πρὸ αἰώνων· Θεὸς δὲ τοῦ Μονογενοῦς κατὰ τὴν σάρκα ἐπὶ τέλει τοῦ αἰῶνος· ἀεὶ αὐτοῦ Πατὴρ, οὐκ ἀεὶ αὐτοῦ Θεὸς, ἀλλὰ ἀφ᾽ οὗ σάρκα ἀνέλαβεν. Θεὸς ὁ Πατὴρ αὐτοῦ τῆς θεότητος· ὁ μὲν γὰρ Πατὴρ ἀΐδιος, ὁ δὲ Υἱὸς συναΐδιος· καὶ οὐκ ἔχει τομὴν, οὐδὲ διαίρεσιν ἡ δόξα τῆς ἀληθείας. Πότε οὖν ἐκλήθη Θεὸς τοῦ Υἱοῦ ὁ Πατὴρ διὰ τὴν σάρκα; ἀφ᾽ οὗ προῆλθεν ἐκ κοιλίας μητρός. Διὰ τοῦτο ἐν τῷ προφήτῃ, βουλόμενος δεῖξαι ἑαυτοῦ καὶ τὴν θεότητα καὶ τὴν σάρκα ἀληθεύουσαν, ἔλεγεν· «Ἐκ κοιλίας μητρός μου, Θεός μου εἶ σύ.» Εἰ δὲ βούλει τὰ ὑπόλοιπα γνῶναι, ἐν τῷ εἰκοστῷ δευτέρῳ ψαλμῷ διδαχθήσῃ.
Μετάφραση
Διότι και ο Ησαΐας ονομάζει τον Σωτήρα «δόξα», σύμφωνα με το αξίωμα της θεότητάς Του· διότι, αφού ανέφερε τα θαύματα στην έρημο και ευαγγελίστηκε την έρημο, λέει: «Ας αγαλλιάσουν τα έρημα του Ιορδάνη και ας ανθίσουν σαν τον κρίνο· διότι η δόξα του Λιβάνου δόθηκε σε αυτήν, και η τιμή του Καρμήλου. Και ο λαός μου θα δει τη δόξα του Κυρίου, και το ύψος του Θεού· και κάθε σάρκα θα δει το σωτήριο του Θεού». Είναι, λοιπόν, δόξα από δόξα· γι' αυτό και ο Παύλος λέει: «Ο οποίος, όντας απαύγασμα της δόξας και χαρακτήρας της υποστάσεώς Του». Είναι, επομένως, Πατέρας της δόξας του Μονογενούς· Θεός όμως της σάρκας του Χριστού. Και δεν εννοώ άλλον τον Χριστό και άλλον τον Μονογενή· διότι με τον νου δεν διαχωρίζω αυτά που δεν διαχωρίζονται λόγω της ενώσεως. Διότι είναι Πατέρας του Μονογενούς προ των αιώνων· αλλά Θεός του Μονογενούς κατά τη σάρκα στο τέλος των αιώνων· πάντοτε είναι Πατέρας Του, δεν είναι πάντοτε Θεός Του, παρά μόνο αφότου Εκείνος ανέλαβε σάρκα. Ο Θεός είναι Πατέρας της θεότητάς Του· διότι ο μεν Πατέρας είναι αΐδιος, ο δε Υιός συναΐδιος· και δεν επιδέχεται διαχωρισμό, ούτε διαίρεση η δόξα της αληθείας. Πότε, λοιπόν, ονομάστηκε ο Πατέρας Θεός του Υιού εξαιτίας της σάρκας; Αφότου Εκείνος προήλθε από την κοιλιά της μητέρας Του. Γι' αυτό στον προφήτη, θέλοντας να δείξει ότι και η θεότητά Του και η σάρκα Του είναι αληθινές, έλεγε: «Από την κοιλιά της μητέρας μου, Εσύ είσαι ο Θεός μου». Εάν δε θέλεις να γνωρίσεις τα υπόλοιπα, θα διδαχθείς από τον εικοστό δεύτερο ψαλμό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες