ὅταν τοίνυν, φησὶν, ἀβουλότατα μὲν, πλὴν ἑαυτοῖς ἀρεσκόντως διασκέπτησθε τὸ περὶ ἐμοῦ μυστήριον, εἶτα γινώσκοντες τίς καὶ πόθεν εἰμὶ τὸ κατὰ σάρκα, τὸ χρῆναι πιστεύειν ἐκπέμπητε, διὰ τοῦτο μόνον παραδέξασθε τὴν πίστιν, ὅταν εὑρίσκησθε μὴ νοοῦντες πόθεν εἰμί· εἰμὶ δὲ ἐκ Πατρὸς, ὃν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε, τὸν ἐξ αὐτοῦ μὴ εἰδότες, ἐν ᾧ καὶ μόνῳ θεατὸς ὁ Πατήρ. ὁ γὰρ ἑωρακὼς τὸν Υἱὸν ἑώρακε τὸν Πατέρα, καὶ ὁ γινώσκων τὸν Υἱὸν οὐκ ἠγνόησε τὸν γεννήσαντα. οὐκοῦν ἁπάσης αὐτοῖς εὑρεσιλογίας καὶ διὰ τοῦτο ἐξῃρημένης, κακονοίας πάλιν ὄντες ἁλώσονται, πρόφασιν μὲν ἀπειθείας οὐδεμίαν εὑρίσκοντες ἔτι, μόναις δὲ ταῖς ἑαυτῶν δυστροπίαις τὴν γνῶσιν ἐξωθούμενοι, ἵνα φαίνηται καὶ τὸ γεγραμμένον ἀληθές “Εἴ- ”δετε πλεονάκις, καὶ οὐκ ἐφυλάξασθε· ἠνοιγμένα τὰ ὦτα, “καὶ οὐκ ἠκούσατε.” ἐπειδὴ δὲ τοῖς τῶν Ἰουδαίων προσέκειτο λόγοις, ὡς “οὐδεὶς γινώσκει πόθεν ἐστὶν ὅταν ἔλθῃ ”Χριστὸς,” ἀναγκαίως ἑαυτὸν ὑφεξέλκων, ὡς Θεὸς, τῆς τῶν γενητῶν πληθύος, καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων καθ᾽ ὃν ἂν εἰκότως ἔρχοιτο τό Οὐδεὶς, ἕτερον ὄντα τῇ φύσει δεικνύων, ὡς οὐ μετ᾽ ἐκείνων ἀγνοεῖ τὸν ἑαυτοῦ γεννήτορα, φησὶν, ἀλλ᾽ εἰδέναι κατὰ πᾶσαν ἀκρίβειαν ἑαυτόν τε κἀκεῖνον διισχυρίσατο. ἔστι γὰρ Θεὸς ἐκ Θεοῦ Πατρὸς, παράδοξόν τινα καὶ ξένην, ἢ καὶ αὐτῷ πρέπουσαν μόνῳ τὴν ἐπὶ τούτοις εἴδησιν ἔχων.
Μετάφραση
Όταν λοιπόν, λέει, εξετάζετε το μυστήριό μου εντελώς ασύνετα, αν και με τρόπο που αρέσει σε εσάς τους ίδιους, και έπειτα γνωρίζοντας ποιος και από πού είμαι κατά σάρκα απορρίπτετε την ανάγκη να πιστέψετε, για αυτόν μόνο τον λόγο αποδεχθείτε την πίστη, όταν διαπιστώνετε ότι δεν κατανοείτε από πού πραγματικά είμαι. Προέρχομαι δε από τον Πατέρα, τον οποίο εσείς δεν γνωρίζετε, επειδή δεν γνωρίζετε Εκείνον που προέρχεται από αυτόν, στο πρόσωπο του οποίου και μόνο γίνεται ορατός ο Πατέρας. Διότι αυτός που έχει δει τον Υιό έχει δει τον Πατέρα, και αυτός που γνωρίζει τον Υιό δεν αγνοεί εκείνον που τον γέννησε. Επομένως, αφού εξαιτίας αυτού τους αφαιρέθηκε κάθε δυνατότητα εφευρετικής δικαιολογίας, θα αποδειχθούν και πάλι κακοπροαίρετοι, μη βρίσκοντας πλέον καμία πρόφαση για την απείθειά τους, αλλά αποκρούοντας τη γνώση αποκλειστικά εξαιτίας του δικού τους κακού χαρακτήρα, ώστε να φανεί ότι είναι αληθινό και αυτό που έχει γραφτεί: «Είδατε πολλές φορές, και δεν προσέξατε· τα αυτιά σας ήταν ανοιχτά, και δεν ακούσατε». Και επειδή στα λόγια των Ιουδαίων υπήρχε η αντίληψη ότι «κανείς δεν γνωρίζει από πού είναι ο Χριστός όταν έρθει», εξαιρώντας αναγκαστικά τον εαυτό του, ως Θεός, από το πλήθος των δημιουργημάτων και από όλους τους άλλους για τους οποίους θα μπορούσε εύλογα να ισχύει η λέξη «κανείς», δείχνοντας ότι είναι διαφορετικός ως προς τη φύση, λέει ότι δεν αγνοεί, όπως εκείνοι, τον ίδιο του τον γεννήτορα, αλλά διαβεβαίωσε ότι γνωρίζει με κάθε ακρίβεια και τον εαυτό του και εκείνον. Διότι είναι Θεός εκ Θεού Πατρός, κατέχοντας για αυτά τα πράγματα μια παράδοξη και ξεχωριστή γνώση, η οποία αρμόζει μόνο στον ίδιο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες