ἀποστέλλει οὖν τοὺς δύο μαθητὰς εἰς τὴν κατέναντι κώμην λῦσαι τὴν ὄνον καὶ τὸν πῶλον, «ἵνα παραστήσῃ αὐτὸς ἑαυτῷ ἔνδοξον τὴν ἐκκλησίαν, μηκέτι ἔχουσαν σπίλον ἢ ῥυτίδα» ἢ ἄλλο τι τῶν προλεχθέντων περὶ αὐτῆς, «ἀλλ᾽ ἵνα ᾖ ἁγία καὶ ἄμωμος» τῷ Χριστῷ. οὕτω γὰρ καὶ τὰ ἐξ αὐτῆς γεννώμενα ἔσονται εἰς «λαὸν περιούσιον, ζηλωτὴν καλῶν ἔργων.» Ἀπέρχονται οὖν οἱ δύο μαθηταὶ εἰς τὴν κατέναντι κώμην καὶ λύουσι τὴν ὄνον καὶ τὸν πῶλον κατὰ τὰ κελευσθέντα αὐτοῖς παρὰ τοῦ διδασκάλου. ἀνεκαλέσατο γὰρ ἡμᾶς ἐκ τῆς κατέναντι κώμης εἰς τὴν ἐπουράνιον πόλιν, τὴν ἄνω Ἰερουσαλήμ. ἔλυσε δὲ ἡμᾶς ἐκ τῶν τοῦ διαβόλου δεσμῶν. οἶδας καὶ τὸν προφήτην Ἠσαΐαν πρὸ πολλοῦ βοᾶν καὶ λέγειν· «ἔδωκά σε εἰς διαθήκην γένους μου, εἰς φῶς ἐθνῶν ἀνοῖξαι ὀφθαλμοὺς τυφλῶν, ἐξαγαγεῖν ἐκ δεσμῶν ἀνειμένους καὶ ἐξ οἴκου φυλακῆς καθημένους ἐν σκότει.» πορεύονται οὖν οἱ μαθηταὶ εἰς τὴν κατέναντι κώμην. κώμην δὲ ὅταν ἀκούσῃς τὸν περίγειον τοῦτον κόσμον ὑπολάμβανε· ἡ γὰρ πόλις ἡ ἐπουράνιός ἐστιν ὡς προείπαμεν. τὸ δὲ καὶ ‘εἰς τὴν κατέναντι κώμην’ Μωϋσῆς ἐν τῇ Γενέσει προεσήμανεν εἰπών· «ἀπῴκησεν ὁ θεὸς τὸν Ἀδὰμ ἀπέναντι τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς καὶ ἐκέλευσε τὰ χερουβὶμ καὶ τὴν φλογίνην ῥομφαίαν τὴν στρεφομένην φυλάττειν τὴν ὁδὸν τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς.»
Μετάφραση
Αποστέλλει, λοιπόν, τους δύο μαθητές στην απέναντι κώμη για να λύσουν την όνο και τον πώλο, «για να παραστήσει ο ίδιος στον εαυτό του ένδοξη την εκκλησία, χωρίς να έχει πλέον σπίλο ή ρυτίδα» ή κάτι άλλο από όσα έχουν προλεχθεί γι' αυτήν, «αλλά για να είναι αγία και άμωμη» στον Χριστό. Διότι έτσι και εκείνοι που γεννιούνται από αυτήν θα γίνουν «λαός περιούσιος, ζηλωτής καλών έργων». Πηγαίνουν, λοιπόν, οι δύο μαθητές στην απέναντι κώμη και λύνουν την όνο και τον πώλο σύμφωνα με όσα τους προστάχθηκαν από τον διδάσκαλο. Διότι μας ανακάλεσε από την απέναντι κώμη στην επουράνια πόλη, την άνω Ιερουσαλήμ. Και μας έλυσε από τα δεσμά του διαβόλου. Γνωρίζεις και τον προφήτη Ησαΐα να βοά από παλιά και να λέει: «Σε έδωσα ως διαθήκη στο γένος μου, ως φως των εθνών για να ανοίξεις τα μάτια των τυφλών, να βγάλεις από τα δεσμά τους δεσμώτες και από τον οίκο της φυλακής αυτούς που κάθονται στο σκοτάδι». Πορεύονται, λοιπόν, οι μαθητές στην απέναντι κώμη. Και όταν ακούς κώμη, να εννοείς αυτόν τον περίγειο κόσμο· διότι η πόλη είναι η επουράνια, όπως προείπαμε. Το δε «στην απέναντι κώμη», ο Μωυσής στη Γένεση το προεσήμανε λέγοντας: «Εγκατέστησε ο Θεός τον Αδάμ απέναντι από τον παράδεισο της τρυφής και πρόσταξε τα χερουβείμ και την πύρινη ρομφαία που στρεφόταν, να φυλάνε τον δρόμο προς το ξύλο της ζωής».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες