Ἐκλεξάμενος γὰρ, φησὶ, τέκτων ξύλον, ἔστησεν αὐτὸ ἐν μέτρῳ, καὶ ἐν κόλλῃ ἐρύθμισεν αὐτό· ἐποίησεν αὐτὸ ὡς μορφὴν ἀνδρὸς, καὶ ὡς ὡραιότητα ἀνθρώπου στῆσαι αὐτὸ ἐν οἴκῳ. Ἡ τέχνη, φησὶ, τῶν θεουργεῖν εἰωθότων, τότε δὴ μάλιστα τοῦ παντὸς ἀξιωθείη θαύματος, ὅταν ἐνεργάσηται τῷ ξύλῳ μορφὴν, καὶ κάλλος ἀνδρός. Τὸ δὲ κατὰ μίμησιν τὴν τινὸς ὑπό του τεχνουργούμενον ἡττᾶται πάντως που τἀληθοῦς, ἤτοι κατόπιν ἔρχεται. Οὐκοῦν οἱ προσκυνοῦντες τοῖς εἰς ἄνθρωπον εἰδοποιηθεῖσι ξύλοις ἢ λίθοις, τὸ ἑαυτῶν εἶδος θρησκεύοντες ἁλοῖεν ἂν, καὶ πολλῷ κρείττους ὄντες τῶν κατὰ μίμησιν τὴν ἑαυτῶν ὑβρίζουσι φύσιν, ὡς τὴν ἀμείνω δόξαν ἐκείνοις προσνέμοντες. Ἀναισθησίας οὖν ἄρα τῆς ἐσχάτης ἡ γραφὴ, καὶ τῆς εἰς ἄκρον ἀβελτηρίας τὰ ἐγκλήματα. Ἵστησι γὰρ ἐν οἴκῳ, τοῦτ᾽ ἔστιν ἐν ναῷ τὸ ξύλον ὃ ἐξέκοψεν ἐκ τοῦ δρυμοῦ. Καταδείκνυσιν ἐν τούτοις τοὺς θεοποιεῖν εἰωθότας, οὔτε τὴν ὕλην ἠγνοηκότας ἐξ ἧς γεγόνασιν, ἵνα μὴ λέγωσι τινὰς, κατὰ τὸ Ἑλλήνων ἔθος, διϊπετῆ τε καὶ αὐτόγονα, ἤγουν αὐτολόχευτα τὰ ἐν σηκοῖς ἀνατεθειμένα. Ὅτι δὲ τῆς τοῦ Θεοῦ δημιουργίας παρασημαίνουσι τὸν σκοπὸν, διελέγχει λέγων πεφυτεῦσθαι ἐν δρυμῷ τὸ ξύλον, ἐκτετράφθαι δὲ καὶ ὑετῶν χορηγίαις, ἵνα ᾖ ἀνθρώποις εἰς καῦσιν· τὰ δὲ εἰς καῦσιν γεγονότα θεοποιοῦντες, αὐτοὶ πυρὸς ἔσονται τροφὴ σὺν αὐτοῖς.
Μετάφραση
Διότι, λέει, ο ξυλουργός επέλεξε ξύλο, το έστησε με μέτρο και το στερέωσε με κόλλα· του έδωσε μορφή άνδρα και ωραιότητα ανθρώπου, για να το στήσει μέσα σε οίκο. Η τέχνη, λέει, εκείνων που συνηθίζουν να κατασκευάζουν θεούς, τότε ακριβώς αξιώνεται τον μεγαλύτερο θαυμασμό, όταν δώσει στο ξύλο μορφή και ομορφιά άνδρα. Αλλά εκείνο που κατασκευάζεται από κάποιον σε μίμηση κάποιου άλλου, υστερεί πάντοτε του πρωτοτύπου, δηλαδή έρχεται δεύτερο. Επομένως, εκείνοι που προσκυνούν ξύλα ή λίθους που έχουν διαμορφωθεί σε σχήμα ανθρώπου, αποδεικνύεται ότι λατρεύουν το δικό τους είδος, και αν και είναι πολύ ανώτεροι από τα δημιουργήματα που φτιάχτηκαν κατ' απομίμηση, προσβάλλουν τη δική τους φύση, αποδίδοντας σε εκείνα την ανώτερη δόξα. Συνεπώς, πρόκειται για εγκλήματα έσχατης αναισθησίας και άκρας ανοησίας. Διότι στήνει μέσα σε οίκο, δηλαδή σε ναό, το ξύλο που έκοψε από το δάσος. Με αυτά τα λόγια, καταδεικνύει ότι εκείνοι που συνηθίζουν να κατασκευάζουν θεούς δεν αγνοούν την ύλη από την οποία έχουν κατασκευαστεί, για να μην ισχυριστούν μερικοί, σύμφωνα με τη συνήθεια των Ελλήνων, ότι τα αφιερώματα στους ναούς έπεσαν από τον ουρανό και δημιουργήθηκαν από μόνα τους. Και το ότι διαστρέφουν τον σκοπό της δημιουργίας του Θεού, το ελέγχει λέγοντας ότι το ξύλο φυτεύτηκε στο δάσος και αναπτύχθηκε με την παροχή των βροχών, για να χρησιμεύει στους ανθρώπους για καύση· εφόσον όμως αυτοί θεοποιούν τα αντικείμενα που προορίζονται για καύση, θα γίνουν οι ίδιοι τροφή της φωτιάς μαζί με αυτά.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες