Ἔκρινε γὰρ οὕτω τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ, δικαιώσας μὲν ἐν πίστει τοὺς πεπλανημένους ποτὲ, καταδικάσας δὲ τὸν ὄλεθρον τοῦ Σατανᾶ καὶ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ. <Ὁ λέγων τῇ ἀβύσσῳ· Ἐρημωθήσῃ, καὶ τοὺς ποταμούς σου ξηρανῶ. Ὁ λέγων Κύρῳ φρονεῖν, καὶ πάντα τὰ θελήματά μου ποιήσει. Ὁ λέγων Ἱερουσαλήμ· Οἰκοδομηθήσῃ, καὶ τὸν οἶκον τὸν ἅγιόν μου θεμελιώσω.> Ἀπεκομίσθη μὲν αἰχμάλωτος ὁ Ἰσραὴλ, ὡς ἔφην, κατὰ καιρούς· εἷλον γὰρ τὴν Ἰουδαίων χώραν οἱ Βαβυλώνιοι. Ἐπειδὴ δὲ τοῖς ἁλοῦσιν ἑβδομηκοστὸν ἤδη ἔτος τετέλεστο, καὶ ἐνειστήκει λοιπὸν ὁ καιρὸς τῆς ἐν αὐτοῖς ἡμερότητος, δῆλον δὲ ὅτι τῆς παρὰ Θεοῦ, κατεξανέστησε τῶν Χαλδαίων, Περσῶν τε καὶ Μήδων διέποντα τὴν ἀρχὴν τὸν Καμβύσου Κῦρον, ὃς εἷλεν αὐτοὺς, ἀνῆκέ τε τοὺς Ἰουδαίους, μεμαθηκὼς ὅτι Θεὸς ᾧ λελατρεύκασι προηγόρευσε περὶ αὐτοῦ, ὡς ταῖς παρ᾽ αὐτοῦ νευρούμενος ἐπικουρίαις, καὶ ἀμείνων ἔσται τῶν ἐχθρῶν, καὶ δυσάντητος κομιδῆ τοῖς ἐθέλουσιν ἀντανίστασθαι, καὶ ὅτι τὸν θεῖον αὐτὸς ἀναστήσει ναόν. Ὅτι τοίνυν ἔμελλεν ἐρημωθήσεσθαι παντελῶς, καίτοι πολυανδροῦσα λίαν, ἡ Βαβυλωνίων, κατασημαίνει λέγων· Ἐγώ εἰμι ὁ λέγων τῇ ἀβύσσῳ· Ἐρημωθήσῃ. Ἄβυσσον γὰρ ἐν τούτοις τὴν ἀριθμοῦ κρείττονα τῶν Βαβυλωνίων ὠνόμαζε πληθύν· ποταμοὺς δὲ αὐτῆς τὰ εἰς αὐτὴν ἐπιῤῥέοντα τῶν ἐθνῶν, ᾗ περίοικά τε ἦν, καὶ τὰς ὁμόρους ἔχοντα χώρας ἐκέκληντο παρ᾽ αὐτῶν εἰς ἐπικουρίαν.
Μετάφραση
Διότι έτσι έκρινε την οικουμένη με δικαιοσύνη, δικαιώνοντας με την πίστη αυτούς που κάποτε είχαν πλανηθεί, και καταδικάζοντας σε όλεθρο τον Σατανά και τους αγγέλους του. <Αυτός που λέει στην άβυσσο: Θα ερημωθείς, και θα ξηράνω τους ποταμούς σου. Αυτός που λέει στον Κύρο να φρονεί, και θα εκτελέσει όλα τα θελήματά μου. Αυτός που λέει στην Ιερουσαλήμ: Θα ανοικοδομηθείς, και θα θεμελιώσω τον άγιό μου οίκο.> Ο Ισραήλ οδηγήθηκε αιχμάλωτος, όπως είπα, κατά καιρούς· διότι οι Βαβυλώνιοι κυρίευσαν τη χώρα των Ιουδαίων. Επειδή όμως είχε ήδη συμπληρωθεί το εβδομηκοστό έτος για τους αιχμαλώτους, και είχε πλέον φτάσει ο καιρός της επιείκειας προς αυτούς, προφανώς εκ μέρους του Θεού, ξεσήκωσε εναντίον των Χαλδαίων τον Κύρο, τον γιο του Καμβύση, που ασκούσε την εξουσία των Περσών και των Μήδων, ο οποίος τους κυρίευσε και απελευθέρωσε τους Ιουδαίους, έχοντας μάθει ότι ο Θεός τον οποίο λάτρευαν είχε προφητεύσει γι' αυτόν, ότι ενδυναμούμενος από τη δική Του βοήθεια, θα γίνει ανώτερος από τους εχθρούς, και εντελώς ακαταμάχητος σε όσους θα ήθελαν να αντισταθούν, και ότι αυτός θα ανοικοδομήσει τον θείο ναό. Το ότι λοιπόν επρόκειτο να ερημωθεί εντελώς η χώρα των Βαβυλωνίων, παρόλο που ήταν εξαιρετικά πολυάνθρωπη, το υποδεικνύει λέγοντας: Εγώ είμαι αυτός που λέει στην άβυσσο: Θα ερημωθείς. Διότι, με αυτά τα λόγια, άβυσσο ονόμαζε το αναρίθμητο πλήθος των Βαβυλωνίων· και ποταμούς της τα έθνη που συνέρρεαν σε αυτήν, τα οποία ήταν περίοικα και, έχοντας όμορες χώρες, είχαν προσκληθεί από αυτούς για βοήθεια.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες