Ἐγὼ ἀναλήψομαι καὶ σώσω ὑμᾶς. Ὁ γὰρ δοὺς εἰς χεῖρας ἐχθρῶν πάλιν ὑμᾶς οἰκειώσομαι, καὶ τῶν τῆς αἰχμαλωσίας ὑμᾶς ἀπολύσω δεσμῶν. Οὐκοῦν ὡς πολυειδεῖ φαρμάκῳ τὰς τῶν εἰς αὐτὸν πεπαρῳνηκότων, καὶ ἐκ πολλῆς ἄγαν ἀμαθίας ὠλισθηκότων ἐφ᾽ ἃ μὴ θέμις, θεραπεύει καρδίας, τοῦτο μὲν ἀπειλαῖς, τοῦτο δὲ καὶ ὑποσχέσεσιν ἀγαθαῖς. Σκοπὸς γὰρ αὐτῷ σῶσαι τὸ ἀπολωλὸς, καὶ τῶν τοῦ διαβόλου χειρῶν ἁρπάσαι τὸ πλανώμενον. <Τίνι με ὡμοιώσατε; Τεχνάσασθε, οἱ πλανώμενοι, οἱ συμβαλλόμενοι χρυσίον ἐκ μαρσίπου, καὶ ἀργύριον ἐν ζυγῷ· στήσουσιν ἐν σταθμῷ, καὶ μισθωσάμενοι χρυσοχόον ἐποίησαν χειροποίητα, καὶ κύψαντες προσεκύνησαν αὐτῷ. Αἴρουσιν αὐτὸ ἐπὶ τῶν ὤμων, καὶ πορεύσονται. Ἐὰν δὲ θῶσιν αὐτὸ ἐπὶ τοῦ τόπου, μενεῖ, οὐ μὴ κινηθῇ· καὶ ὃς ἂν βοήσει πρὸς αὐτὸ, οὐ μὴ εἰσακούσῃ, ἀπὸ κακῶν οὐ μὴ σώσῃ αὐτόν.> Ὑβριστὰς ὄντας ἐλέγχει, καὶ ὀλιγογνώμονας τοὺς τῶν εἰδώλων προσκυνητὰς, καὶ εἰς αὐτὴν θείαν καὶ ἀνωτάτω πλημμελοῦντας φύσιν. Κατακομίζουσι γὰρ, τό γε ἧκον εἰς ἑαυτοὺς, τῆς ἐνούσης αὐτῇ δόξης τὸ ὑπερτενὲς, ἐφ᾽ ἃ μὴ προσῆκε, καὶ εἰς ἄψυχον ὕλην κατακομίζουσι τοῖς ἰδίοις αὐτὴν τεχνουργήμασιν ἀπονέμοντες, εἶτα ποιναῖς ταῖς ἐσχάταις ἐνισχημένας ὁσίως τὰς ἑαυτῶν ἀποφαίνοντες κεφαλάς.
Μετάφραση
Εγώ θα σας αναλάβω και θα σας σώσω. Διότι εγώ που σας παρέδωσα στα χέρια των εχθρών, πάλι θα σας κάνω δικούς μου, και θα σας ελευθερώσω από τα δεσμά της αιχμαλωσίας. Επομένως, σαν με πολυποίκιλο φάρμακο θεραπεύει τις καρδιές εκείνων που έχουν συμπεριφερθεί υβριστικά απέναντί του και, από πάρα πολλή αμάθεια, έχουν γλιστρήσει σε ανεπίτρεπτες πράξεις, άλλοτε με απειλές και άλλοτε με αγαθές υποσχέσεις. Διότι σκοπός του είναι να σώσει το χαμένο και να αρπάξει από τα χέρια του διαβόλου αυτόν που πλανάται. <Με ποιον με παρομοιάσατε; Σοφιστείτε, εσείς που πλανάσθε, εσείς που βγάζετε χρυσάφι από το πουγγί και ασήμι στη ζυγαριά· τα ζυγίζουν στο ζύγι, και αφού μίσθωσαν χρυσοχόο, κατασκεύασαν χειροποίητα είδωλα, και σκύβοντας τα προσκύνησαν. Το σηκώνουν στους ώμους, και πορεύονται. Αν όμως το τοποθετήσουν στη θέση του, θα μείνει εκεί, δεν πρόκειται να κινηθεί· και όποιος φωνάξει προς αυτό, δεν πρόκειται να τον εισακούσει, ούτε να τον σώσει από τα κακά.> Ελέγχει τους προσκυνητές των ειδώλων ως υβριστές και ανόητους, και ως αμαρτάνοντες ενάντια στην ίδια τη θεία και ύψιστη φύση. Διότι υποβιβάζουν, κατά το μέρος που εξαρτάται από αυτούς, το υπέρτατο μεγαλείο της δόξας που της ανήκει, σε πράγματα που δεν αρμόζουν, και την υποβιβάζουν σε άψυχη ύλη αποδίδοντάς την στα δικά τους τεχνουργήματα, καθιστώντας έπειτα δικαίως τα ίδια τους τα κεφάλια ένοχα για τις έσχατες τιμωρίες.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες