Συνάγουσι γὰρ ἐκ μαρσίπου, φησὶν, ἀργύριον καὶ χρυσίον, καὶ ἐν ζυγῷ θήσουσιν, ἐν σταθμῷ ἰσομέτρῳ, ἑκάστου τάχα συνεισκομίζοντος, ἵνα κατὰ τὸ εἰκὸς τῷ πλέον εἰσφέροντι προσκέοιτο μᾶλλον ὁ τεχνουργούμενος. Φαίη δ᾽ ἂν, οἶμαι, τὶς ὡς εἴπερ ἦσαν χρημάτων ἐπιδεεῖς, οὐδ᾽ ἂν ὅλως ἐσχήκασι Θεὸν, καὶ εἰ μὴ τεχνιτῶν ηὐπόρει ἡ ὑπ᾽ οὐρανὸν, οὐδεὶς ἦν ὅλως ὁ πρὸς αὐτῶν προσκυνούμενος. Ἥκασι δὲ ἀμαθίας εἰς τοῦτο καὶ ἀσυνέτων ἐννοιῶν, ὥστε προϋφεστηκότες αὐτοὶ τῶν ἰδίων Θεῶν τιμῶσιν ὄντας ὀψιγενεῖς, καὶ οὓς χρὴ δήπου μᾶλλον ὁρᾶσθαι δημιουργοὺς, δημιουργοῦσιν αὐτοί· καὶ οἱ τῆς ὕλης κύριοι, καὶ εἰς κατάχρησιν ἀναγκαίαν λαβόντες αὐτὴν παρ᾽ αὐτῆς αἰτοῦσι τὸ σώζεσθαι. Ἀχθοφορούσει τοὺς θεοὺς ἐπ᾽ ὤμων αἴροντες αὐτούς· ἀκινήτους ὄντας ὁρῶσι, καὶ οἷπερ ἂν ἕλοιτό τις ἀποφερομένους, καὶ αὐτοῖς προσάγουσι τὰς λιτάς. Οὐκοῦν ὅταν ἴδῃς λαβόντας τὴν λιτὴν, τότε προσδόκησον ἔσεσθαι τὴν ἐπικουρίαν. Εἰ δὲ ἀναισθήτους τε ὁμοῦ καὶ ἀκινήτους ὄντας ὁρᾷς, εἶτα τίνα παρ᾽ αὐτῶν ἐκδέχῃ τὴν ὄνησιν· Τὰ ἴσα νοσῶν οὐκ αἰσθάνῃ. Πέπτωκας γὰρ εἰς ἐσχάτην ἀναισθησίαν. <Μνήσθητε ταῦτα, καὶ στενάξατε· μετανοήσατε, οἱ πεπλανημένοι. Ἐπιστρέψατε τῇ καρδίᾳ, καὶ μνήσθητε τὰ πρότερα ἀπὸ τοῦ αἰῶνος, ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς, καὶ οὐκ ἔστιν πλὴν ἐμοῦ· ἀναγγέλλων πρότερον τὰ ἔσχατα πρὶν αὐτὰ γενέσθαι, καὶ ἅμα συνετελέσθη.
Μετάφραση
Διότι συγκεντρώνουν από το πουγγί τους, λέει, ασήμι και χρυσό, και τα τοποθετούν στη ζυγαριά, σε ισόρροπο σταθμά, καθώς ίσως ο καθένας συνεισφέρει, ώστε, όπως είναι φυσικό, το κατασκεύασμα να ανήκει περισσότερο σε εκείνον που εισφέρει τα περισσότερα. Θα έλεγε κανείς, νομίζω, πως αν είχαν έλλειψη χρημάτων, δεν θα είχαν καθόλου Θεό, και αν η οικουμένη δεν διέθετε τεχνίτες, δεν θα υπήρχε κανένας απολύτως για να προσκυνείται από αυτούς. Έχουν φτάσει δε σε τέτοιο σημείο αμάθειας και ασύνετων σκέψεων, ώστε, ενώ οι ίδιοι προϋπάρχουν των δικών τους θεών, τους τιμούν αν και είναι μεταγενέστεροι, και εκείνους που βεβαίως θα έπρεπε να θεωρούνται δημιουργοί, τους δημιουργούν οι ίδιοι. Και ενώ είναι κύριοι της ύλης και τη λαμβάνουν για αναγκαία χρήση, ζητούν από αυτήν να τους σώσει. Κουβαλούν τους θεούς τους στους ώμους σαν φορτία· τους βλέπουν ότι είναι ακίνητοι και ότι μεταφέρονται όπου επιλέξει κανείς, και όμως σε αυτούς απευθύνουν τις ικεσίες τους. Λοιπόν, όταν δεις να αποδέχονται την ικεσία, τότε να προσδοκάς ότι θα έρθει και η βοήθεια. Αν όμως τους βλέπεις να είναι ταυτόχρονα και αναίσθητοι και ακίνητοι, τότε ποια ωφέλεια περιμένεις από αυτούς; Πάσχοντας από την ίδια νόσο, δεν το αντιλαμβάνεσαι. Διότι έχεις πέσει σε έσχατη αναισθησία. <Θυμηθείτε αυτά και στενάξτε· μετανοήστε, οι πλανημένοι. Επιστρέψτε με την καρδιά σας, και θυμηθείτε τα παλαιά γεγονότα από την αρχή του κόσμου, ότι εγώ είμαι ο Θεός, και δεν υπάρχει άλλος εκτός από εμένα· εγώ που προαναγγέλλω τα έσχατα πριν αυτά συμβούν, και αμέσως εκπληρώνονται.>
Περισσότερα
Λεπτομέρειες