Οὐκ ἐνόησας ταῦτα ἐν τῇ καρδίᾳ σου, οὐδὲ ἐμνήσθης τὰ ἔσχατά σου.> Δικαίᾳ ψήφῳ πανταχοῦ κεχρημένον ἑαυτὸν δεικνύει, καὶ δίκας ἐπάγοντά τισιν οἷς ἂν πλημμελεῖεν, τὰς ἰσοῤῥόπους. Πλεῖστα γὰρ ἦν ὅσα τὰ ἐγκλήματα τῶν Βαβυλωνίων, καὶ γράφεται μὲν αὐτοὺς ἐπὶ πολλῇ λίαν ὠμότητι καὶ ἀπανθρωπίᾳ, καταδείκνυσι δὲ καὶ ἀλαζόνα, καὶ ταῖς ἰδίαις δυνάμεσιν ἀσυνέτως ἐπιθαρσήσασαν, ὥστε καὶ οἴεσθαι τὴν ἐπὶ τὰ χείρω μεταβολὴν κατ᾽ οὐδένα τρόπον ὑποστήσεσθαί ποτε. Οὐκοῦν ὅταν, φησὶν, ὑπομείνῃς τὴν ἅλωσιν, τότε κατανενυγμένη κάθισον. Τὸ δὲ, κατανενυγμένη, φησὶν, ἀντὶ τοῦ, νοήσασα, κἂν γοῦν ὀψέ ποτε, καὶ μάλιστα κατὰ σαυτήν· δέχου δὲ σκοτοδινίαν. Ἔφη γὰρ ὅτι τὰ ἀνήκεστα τῶν κακῶν σκότον ὥσπερ τινὰ καταχέει τοῦ νοῦ, καὶ οἷον κόνις ἐμπίπτει ταῖς ψυχαῖς. Οὐκέτι τοίνυν, φησὶ, κληθήσῃ Ἰσχὺς βασιλείας. Ὠνομάζετο γὰρ οὕτως ἡ Βαβυλὼν, ἅτε δὴ καὶ πληθὺν ἔχουσα τὴν ἀριθμοῦ κρείττονα, καὶ χεῖρα μαχιμωτάτην, καὶ ἀποχρῶσαν εἰς ἀντίστασιν, εἰ δή πού τινες εἶεν οἱ ἀνθιστάμενοι, καὶ ἀντεξάγοντες τοῖς τὸ κρατεῖν ἔχουσι παρ᾽ αὐτοῖς. Εἶτα ποία τις ἦν ἡ πρόφασις τοῦ κατεπαχθῆναι τῶν Βαβυλωνίων τὰ ἐκ θείας ὀργῆς ἐπενηνεγμένα, διατρανοῖ λέγων· Παρωξύνθην ἐπὶ τῷ λαῷ μου, ἐμίανας τὴν κληρονομίαν μου. Ἐγὼ ἔδωκα αὐτοὺς εἰς τὰς χεῖράς σου, σὺ δὲ οὐκ ἔδωκας αὐτοῖς ἔλεος.
Μετάφραση
<Δεν τα κατανόησες αυτά στην καρδιά σου, ούτε θυμήθηκες τα έσχατά σου.> Αποδεικνύει παντού τον εαυτό του ότι χρησιμοποιεί δίκαιη κρίση, και ότι επιβάλλει ισόρροπες τιμωρίες σε όσους αμαρτάνουν. Διότι πάρα πολλά ήταν τα εγκλήματα των Βαβυλωνίων, και τους κατηγορεί μεν για πάρα πολύ μεγάλη ωμότητα και απανθρωπιά, αλλά την καταδεικνύει [τη Βαβυλώνα] και ως αλαζονική, και ότι βασίστηκε ασύνετα στις δικές της δυνάμεις, ώστε να νομίζει ότι δεν επρόκειτο ποτέ και με κανέναν τρόπο να υποστεί μεταβολή προς το χειρότερο. Επομένως, όταν, λέει, υποστείς την άλωση, τότε κάθισε συντετριμμένη. Και το «συντετριμμένη», λέει, σημαίνει «αφού πλέον κατανοήσεις», έστω και αργά, και μάλιστα όσον αφορά τον εαυτό σου· δέξου δε σκοτοδίνη. Διότι είπε ότι τα αγιάτρευτα κακά διαχέουν ένα είδος σκοταδιού στον νου, και πέφτουν σαν σκόνη στις ψυχές. Επομένως δεν θα ονομάζεσαι πλέον, λέει, «Ισχύς βασιλείας». Διότι έτσι ονομαζόταν η Βαβυλώνα, επειδή ακριβώς διέθετε πλήθος ανώτερο από κάθε αριθμό, και στράτευμα πάρα πολύ μαχητικό, που επαρκούσε για αντίσταση, εάν τυχόν υπήρχαν κάποιοι που θα αντιστέκονταν και θα αντιπαρατάσσονταν σε όσους κατείχαν την εξουσία ανάμεσά τους. Έπειτα, το ποια ήταν η αφορμή για να επιβληθούν στους Βαβυλώνιους όσα επέφερε η θεία οργή, το διατρανώνει λέγοντας: «Οργίστηκα εναντίον του λαού μου, μόλυνας την κληρονομιά μου. Εγώ τους παρέδωσα στα χέρια σου, αλλά εσύ δεν τους έδειξες έλεος».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες