Τὰ πρότερον ἔτι ἀνήγγειλα, καὶ ἐκ τοῦ στόματός μου ἐξῆλθε, καὶ ἀκουστὸν ἐγένετο. Ἐξάπινα ἐποίησα, καὶ ἐπῆλθε.> Διαπεράνας τὸν λόγον τὸν ἐπί γε τοῖς Βαβυλωνίοις, μεθίστησι πάλιν τῆς νουθεσίας τὴν δύναμιν ἐπὶ τοὺς ἐξ αἵματος Ἰσραὴλ, κεκλικότας αὐτοὺς εἰσάπαν ὁρῶν, καὶ ὅλαις ὥσπερ ἡνίαις ἀπενηνεγμένους εἰς ἀπόστασιν. Μετὰ γάρ τοι τὴν Ἐζεχίου τελευτὴν τοὺς τῆς βασιλείας διέπων θρόνους ὁ ἐξ αὐτοῦ γεγονὼς Μανασσῆς, ἀνὴρ γέγονε δυσσεβέστατος, καὶ ταῖς τῶν δαιμονίων ἀπάταις ὁλοτρόπως συνηρπασμένος· προὔβη δὲ εἰς τοῦτο κακίας, φαυλότητός τε καὶ ἀνοσίων ἐγχειρημάτων, ὥστε βωμῶν καὶ ἀγαλμάτων τὴν ἁγίαν πλῆσαι πόλιν, καὶ ἐν αὐτῷ δὲ τῷ θείῳ ναῷ καθιδρῦσαι βδέλυγμα, τοῦτ᾽ ἔστιν, ἐν τάξει Θεοῦ πεποιημένον ἄγαλμα. ᾘτιᾶτο γοῦν ἐν τούτοις τὴν Ἱερουσαλὴμ ὁ Θεὸς τῶν ὅλων, οὕτω λέγων· «Τί ἡ ἠγαπημένη ἐν τῷ οἴκῳ μου ἐποίησε βδέλυγμα;
Μετάφραση
«Τα προηγούμενα τα ανήγγειλα από παλιά, και βγήκαν από το στόμα μου, και έγιναν ακουστά. Τα έπραξα ξαφνικά και ήλθαν.» Αφού ολοκλήρωσε τον λόγο σχετικά με τους Βαβυλωνίους, στρέφει πάλι τη δύναμη της νουθεσίας προς όσους κατάγονται από το αίμα του Ισραήλ, βλέποντάς τους να έχουν παρεκκλίνει εντελώς, και σαν να έχουν παρασυρθεί με όλη τους την ορμή προς την αποστασία. Διότι, μετά τον θάνατο του Εζεκία, καθώς κατείχε τον βασιλικό θρόνο ο γιος του, ο Μανασσής, αναδείχθηκε άνδρας ασεβέστατος και ολοκληρωτικά παρασυρμένος από τις απάτες των δαιμόνων· προχώρησε μάλιστα σε τέτοιο βαθμό κακίας, φαυλότητας και ανόσιων εγχειρημάτων, ώστε γέμισε την αγία πόλη με βωμούς και αγάλματα, και μέσα στον ίδιο τον θείο ναό εγκατέστησε βδέλυγμα, δηλαδή άγαλμα φτιαγμένο για να πάρει τη θέση του Θεού. Γι' αυτά τα πράγματα, λοιπόν, κατηγορούσε την Ιερουσαλήμ ο Θεός των όλων, λέγοντας τα εξής: «Γιατί η αγαπημένη μου έπραξε βδέλυγμα μέσα στον οίκο μου;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες