Ὁ Θεὸς προειδὼς τὸ γένος ὑμῶν ὅτι σκληρόν ἐστι καὶ πονηρὸν, καὶ ὅτι ἐκβληθήσεται μὲν ὁ πρωτότοκος υἱὸς Ἰσραὴλ, ἀντεισαχθήσεται δὲ ὁ ἐξ ἐθνῶν λαὸς, ἀσαφῶς ταῦτα καὶ μετ’ ἐπικρύψεως διὰ στόματος τῶν προφητῶν προηγόρευσεν· εἰ γὰρ ἔγνω τὴν ἑαυτοῦ ἔκπτωσιν τὸ φθόνου μεστὸν καὶ πλῆρες ἁμαρτίας γένος ὑμῶν, πυρικαύστους ἂν τὰς βίβλους πάσας πεποίηκεν, ἅτε δὴ μὴ γράμματα φέρειν καθ’ ἑαυτοῦ ἀνεχόμενον, κἀντεῦθεν ζημίαν οὐ τὴν τυχοῦσαν τοῖς μετὰ ταῦτα ἐπήνεγκεν· αὕτη μὲν οὖν ἡ αἰτία, δι’ ἢν ἀσαφῶς αἱ προφητικαὶ συνετέθησαν βίβλοι· καὶ εἰ μὴ πείθῃ τοῖς λεγομένοις, τῷ λέγοντι πείθου προφήτῃ, οὔτε ἔγνως, οὔτε ἠπίστασο, οὔτε ἀπ’ ἀρχῆς ἀνέῳξά σου ὦτα· ᾔδειν γὰρ ὅτι ἀπειθῶν ἀπειθήσεις· καὶ νῦν μὲν ὅτι Θεὸς ἐκ γυναικὸς γεννᾶται, σκανδαλίζῃ καὶ ἀποπηδᾷς· κατὰ δὲ τὴν ἔρημον, ὅτε σοι ἀοράτως καὶ οὐ διὰ σαρκὸς συνανεστρέφετο ὁ Θεὸς, καὶ τὰ παράδοξα ἐκεῖνα διὰ σὲ ἐτερατούργει, τίνος ἕνεκεν ἐφρόνεις κατὰ Θεόν; πῶς ἠγριαίνου κατὰ Μωϋσέως, ὡς μικρῷ καὶ λιθολευστῆσαι αὐτόν; πῶς τὸν εὐεργέτην ἀπολιμπάνων, ἐπὶ τὴν Αἴγυπτον παλινδρομῆσαι ἐφιλονείκεις; ἀπόκριναι· εὔδηλον οὖν, ὅτι ὁ αὐτὸς εἶ καὶ οὐκ ἠλλοίωσαι ὁ τότε σκληροκάρδιος καὶ περὶ τὸν εὐεργέτην ἀγνώμων, ὁ αὐτὸς δηλονότι καὶ νῦν ὁ ἐκπειράζων τὸν Θεόν· τότε καὶ λέγων· Εἰ ἔστιν ἐν ἡμῖν Κύριος, ἢ οὔ; τὰ αὐτὰ ποιεῖς ἐπ’ αὐτῷ καὶ νῦν ὅτε δι’ ἡμᾶς ἐνηνθρώπησεν· ὀφείλων ὁλοσχερῶς εὐχαριστεῖν αὐτῷ τούτου ἕνεκεν· καθά που πάντως καὶ ἐπὶ τῷ τῶν σωματικῶν παθῶν ἰατρῷ ποιεῖν εἰώθαμεν, ἡνίκα καὶ μᾶλλον ἐπὶ τὸν νοσοῦντα βαδίζει συχνῶς, καὶ μὴ πρὸς τὸ ἑαυτοῦ ἀφορῶν ἀξίωμα συγκύπτει ἐπὶ τὰ πάθη καὶ δυσωδίας ἀνέχεται, ἵνα δῷ τὴν ὑγείαν τῷ κάμνοντι.
Μετάφραση
Ο Θεός, επειδή προγνώριζε το γένος σας, ότι είναι σκληρό και πονηρό, και ότι θα αποβληθεί μεν ο πρωτότοκος υιός, ο Ισραήλ, ενώ θα εισαχθεί στη θέση του ο λαός από τα έθνη, προανήγγειλε αυτά ασαφώς και με κάλυψη διά του στόματος των προφητών. Διότι, αν το γένος σας, γεμάτο φθόνο και πλήρες αμαρτίας, γνώριζε την ίδια του την έκπτωση, θα είχε παραδώσει όλες τις βίβλους στη φωτιά, αφού δεν ανέχεται να φέρουν γράμματα εναντίον του· και έτσι θα προξενούσε όχι μικρή ζημία στους μεταγενεστέρους. Αυτή λοιπόν είναι η αιτία για την οποία οι προφητικές βίβλοι συντάχθηκαν ασαφώς. Και αν δεν πείθεσαι σε όσα λέγονται, πίστεψε τουλάχιστον στον προφήτη που λέει: «Ούτε γνώρισες ούτε κατάλαβες ούτε από την αρχή άνοιξες τα αυτιά σου· διότι ήξερα ότι, όντας απειθής, θα απειθήσεις». Και τώρα μεν, επειδή ο Θεός γεννάται από γυναίκα, σκανδαλίζεσαι και αποστρέφεσαι· τότε όμως, στην έρημο, όταν ο Θεός συνανεστρεφόταν μαζί σου αοράτως και όχι διά της σαρκός, και επιτελούσε για χάρη σου εκείνα τα παράδοξα θαύματα, για ποιο λόγο φρονούσες εναντίον του Θεού; Πώς εξαγριωνόσουν εναντίον του Μωυσή, ώστε λίγο έλειψε να τον λιθοβολήσεις; Πώς, εγκαταλείποντας τον ευεργέτη σου, επέμενες να επιστρέψεις πίσω στην Αίγυπτο; Αποκρίσου. Είναι λοιπόν ολοφάνερο ότι είσαι ο ίδιος και δεν άλλαξες: ο ίδιος τότε σκληρόκαρδος και αχάριστος προς τον ευεργέτη σου, ο ίδιος βέβαια και τώρα, που εκπειράζεις τον Θεό· ο ίδιος που και τότε έλεγες: «Είναι ανάμεσά μας ο Κύριος ή όχι;» Τα ίδια κάνεις και τώρα εναντίον του, όταν ενανθρώπησε για χάρη μας, ενώ όφειλες ολόψυχα να τον ευχαριστείς γι’ αυτό. Διότι το ίδιο συνηθίζουμε να κάνουμε και προς τον ιατρό των σωματικών παθημάτων, όταν μάλιστα πηγαίνει συχνότερα στον άρρωστο και, χωρίς να υπολογίζει το αξίωμά του, σκύβει πάνω από τα πάθη και ανέχεται τις δυσωδίες, για να δώσει υγεία σε εκείνον που ασθενεί.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες