Ἔδει δὲ τοῖς ἀθετοῦσι καὶ ἀνομεῖν ᾑρημένοις, καὶ τοῦτο ἀπὸ γαστρός· ἐδιδάσκοντο γὰρ ἐκ νηπίου τὸ λατρεύειν θεοῖς ἀλλοτρίοις· τὰς αὐτοῖς πρεπούσας ἐπαρτηθῆναι δίκας. Ἔδειξά σοι τὸν θυμόν μου, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἐπάξω δὲ καὶ τὰ ἔνδοξά μου ἐπὶ σὲ, ἵνα μὴ ἐξολοθρεύσω σε. Ἦν γὰρ ἀναγκαῖον καταφρονήσαντι μὲν τῷ Ἰσραὴλ, καὶ ἁπάσης φαυλότητος ἐς λῆξιν ἐληλακότι, καὶ οὐδενὸς λόγου παντελῶς τὴν εἰς Θεὸν ἀξιοῦντι τιμὴν δειχθῆναι τὸν θυμὸν, ὑπὲρ δὲ τοῦ πάλιν ἰδεῖν τῆς ἐνούσης αὐτῷ φιλανθρωπίας τὸ μέγεθος, προσενεχθῆναι τοῖς σκυθρωποῖς καὶ τὰ παράδοξα, ἵνα μὴ ἐξολοθρευθῶσι. Σέσωκε γὰρ αὐτοὺς ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν, καὶ πεσόντας εἰς τὸ τῆς δίκης λίνον πάλιν ἐξείλετο, καὶ τῶν τῆς αἰχμαλωσίας ἀπέλυσε βρόχων, ἵνα μὴ εἰσάπαν ἐξολοθρεύσῃ τὸν Ἰσραήλ. Ἰδοὺ δὴ οὖν πέπρακά σε, φησὶν, οὐχ ἕνεκεν ἀργυρίου, τοῦτ᾽ ἔστιν, οὐ χρημάτων ἕνεκα. Οὐ γὰρ ἐξήτησά τι τῶν τοιούτων παρὰ σοῦ, οὔτε μὴν ἐν χρείᾳ γέγονα τῶν ἐπιγείων τινὸς, ἢ μόσχων, ἢ προβάτων, ἢ τράγων σφαγῆς· ἀλλ᾽ ἐπείπερ ἡμάρτανες, καὶ ῥᾴθυμος ἦσθα περὶ τὴν ὀφειλομένην ἐμοὶ παρὰ σοῦ τιμήν τε καὶ δόξαν. Πλὴν καὶ οὕτως ἐξειλάμην σε, φησὶν, ἐκ καμίνου πτωχείας· δεδούλευκε γὰρ τοῖς Βαβυλωνίοις. Ἕπεται δὲ πάντως τοῖς ἐκ δουλείας κακοῖς καὶ τὸ ἐν ἐνδείᾳ κεῖσθαι παντὸς ἀγαθοῦ. Ἕνεκεν ἐμοῦ ποιήσω σοι, ὅτι τὸ ὄνομά μου βεβηλοῦται.
Μετάφραση
Έπρεπε, λοιπόν, σε αυτούς που αθετούν και έχουν επιλέξει να ανομούν, και αυτό ήδη από την κοιλιά της μητέρας τους -διότι διδάσκονταν από νήπια να λατρεύουν ξένους θεούς- να επιβληθούν οι τιμωρίες που τους άρμοζαν. Σου έδειξα τον θυμό μου ένεκα του ονόματός μου, αλλά θα επιφέρω και τα ένδοξα έργα μου σε εσένα, για να μην σε εξολοθρεύσω. Διότι ήταν αναγκαίο, επειδή ο Ισραήλ καταφρόνησε και έφτασε στο έσχατο σημείο κάθε φαυλότητας, και δεν θεωρούσε καθόλου άξια λόγου την τιμή προς τον Θεό, να του δειχθεί ο θυμός, αλλά, για να δει και πάλι το μέγεθος της φιλανθρωπίας που υπάρχει σε Αυτόν, να προστεθούν στα σκυθρωπά και τα παράδοξα, ώστε να μην εξολοθρευθούν. Διότι τους έσωσε από τα χέρια των εχθρών, και ενώ είχαν πέσει στα δίχτυα της δίκαιης τιμωρίας, πάλι τους απάλλαξε, και τους ελευθέρωσε από τους βρόχους της αιχμαλωσίας, για να μην εξολοθρεύσει παντελώς τον Ισραήλ. Ιδού λοιπόν σε πούλησα, λέει, όχι για αργύρια, δηλαδή όχι για χρήματα. Διότι δεν ζήτησα κάτι τέτοιο από εσένα, ούτε βέβαια είχα ανάγκη από κάτι από τα επίγεια, ή από σφαγή μόσχων, ή προβάτων, ή τράγων· αλλά επειδή αμάρτανες, και ήσουν ράθυμος ως προς την οφειλόμενη σε εμένα από εσένα τιμή και δόξα. Όμως και έτσι σε ελευθέρωσα, λέει, από το καμίνι της πτωχείας· διότι είχε υποδουλωθεί στους Βαβυλωνίους. Συνεπάγεται δε πάντοτε με τα κακά της δουλείας και το να βρίσκεται κανείς σε στέρηση κάθε αγαθού. Ένεκα του εαυτού μου θα το κάνω για εσένα, διότι το όνομά μου βεβηλώνεται.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες