Εἶτα, κατὰ τρίτον λόγον διὰ τοῦτο τὴν δωρεὰν καὶ τὴν αἴτησιν τέως ὁ θεὸς ὑπερτίθεται, καιρὸν ἐπιτήδειον πρὸς τὸ δοῦναι ἐκδεχόμενος. Εἰ γὰρ ὁ πυρέττων τροφὴν ἢ πόμα ζητῶν οὐχ ὅτε αὐτὸς θέλει τότε λαμβάνει, ἀλλ᾽ ὅτε ὁ ἰατρὸς δοκιμάσει καιρὸν ἐπιτήδειον, πολλῷ μᾶλλον ὁ θεὸς τότε δίδωσι τὰ αἰτήματα ὅτε συμφέρει τῷ λαμβάνοντι. Βοηθὸς γάρ ἐστιν 〈ἐν εὐκαιρίαις, ἐν θλίψεσι.〉 Τούτου μάρτυς αὐτὸς ὁ θεὸς λέγων τῷ προσευχομένῳ· 〈Καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου καὶ ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας ἐβοήθησά σοι.〉 Ὅθεν καὶ ὁ Δαυίδ, προσευχόμενος καὶ μὴ παραυτὰ εἰσακουόμενος, τὴν αἰτίαν τῆς ὑπερθέσεως παρεκάλει γνῶναι λέγων· 〈Ἕως πότε, κύριε, ἐπιλήσῃ μου εἰς τέλος;〉 Ἐπιλανθάνεται δὲ ὁ θεός, οὐ λήθῃ κρατούμενος, οὐδὲ τὴν μνήμην κλεπτόμενος, οὐδὲ πάθεσιν ἀνθρωπίνοις ὑποκείμενος, ἀλλὰ τοῖς ὑποκειμένοις καταλλήλως ἁρμοζόμενος. Οὕτω γὰρ αὐθαιρέτως ἐπιλανθανόμενος τῶν ἐπιλανθανομένων τοῦ νόμου αὐτοῦ ἔλεγε· 〈Καὶ ἐπελάθου νόμου θεοῦ σου, κἀγὼ ἐπιλήσομαι τέκνων σου.〉 Καὶ διὰ τοῦ Ἰερεμίου τῇ συναγωγῇ ἔλεγε· 〈Σὺ ἐπελάθου μου, λέγει κύριος, ὀπίσω πορεύσῃ.〉 Καὶ πάλιν· 〈Μὴ ἐπιλήσεται γυνὴ τοῦ παιδίου αὐτῆς ἢ τοῦ μὴ ἐλεῆσαι τὰ ἔγγονα τῆς κοιλίας αὐτῆς; Εἰ δὲ καὶ ἐπιλάθοιτο ταῦτα γυνή, ἀλλ᾽ ἐγὼ οὐκ ἐπιλήσομαί σου, εἶπε κύριος.
Μετάφραση
Έπειτα, για τρίτο λόγο, γι' αυτό ο Θεός αναβάλλει προς το παρόν τη δωρεά και την ικανοποίηση του αιτήματος, αναμένοντας τον κατάλληλο καιρό για να τα δώσει. Διότι, εάν αυτός που έχει πυρετό και ζητά τροφή ή ποτό, δεν τα λαμβάνει όποτε ο ίδιος το θέλει, αλλά όποτε ο ιατρός κρίνει ότι είναι ο κατάλληλος καιρός, πολύ περισσότερο ο Θεός δίνει τα αιτούμενα τότε που συμφέρει σε αυτόν που τα λαμβάνει. Διότι είναι βοηθός στους κατάλληλους καιρούς και στις θλίψεις. Μάρτυρας αυτού είναι ο ίδιος ο Θεός, ο οποίος λέγει σε αυτόν που προσεύχεται: «Σε καιρό δεκτό σε εισάκουσα και σε ημέρα σωτηρίας σε βοήθησα». Γι' αυτό και ο Δαβίδ, όταν προσευχόταν και δεν εισακουόταν πάραυτα, παρακαλούσε να μάθει την αιτία της αναβολής λέγοντας: «Έως πότε, Κύριε, θα με λησμονείς ολοκληρωτικά;» Ο Θεός όμως «λησμονεί» όχι επειδή κυριεύεται από λήθη, ούτε επειδή χάνει τη μνήμη του, ούτε επειδή υπόκειται σε ανθρώπινα πάθη, αλλά επειδή προσαρμόζεται καταλλήλως σε αυτούς που του υπόκεινται. Έτσι, λησμονώντας οικειοθελώς εκείνους που λησμονούν τον νόμο του, έλεγε: «Και εσύ λησμόνησες τον νόμο του Θεού σου, και εγώ θα λησμονήσω τα τέκνα σου». Και μέσω του Ιερεμία έλεγε στη συναγωγή: «Εσύ με λησμόνησες, λέγει ο Κύριος, προς τα πίσω θα πορευτείς». Και πάλι: «Μήπως θα λησμονήσει η γυναίκα το παιδί της ώστε να μην ελεήσει τα γεννήματα της κοιλίας της; Και αν ακόμη μια γυναίκα τα λησμονήσει αυτά, εγώ όμως δεν θα σε λησμονήσω, είπε ο Κύριος».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες