Εἰ γὰρ πίπτουσιν ἐπὶ πρόσωπον, καὶ προσκυνήσουσι τὴν Σιὼν, τοῦτ᾽ ἔστι, τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ οἷον ἀποτεταμέναις χερσὶν εἰς γῆν ἐῤῥιμμένοι, μονονουχὶ καὶ λείχουσι τὸν χοῦν τῶν ποδῶν αὐτῆς· πῶς οὐκ ἂν ἀμφίβολον εἴη ἂν, ὅτι γνώμης εἰς τοῦτο προβεβηκότες, καὶ τῇ τῆς εὐσεβείας χάριτι κατηγλαϊσμένοι, προσθεῖεν ἂν τοῖς ἑαυτῶν ἐπιτηδεύμασι καὶ τὸ χρῆναι τιμᾷν τοὺς ἐξειλεγμένους, καὶ οἵπερ ἂν εἰς Χριστὸν πιστεύσειαν, τούτους ἐν τάξει καταλογιοῦνται τέκνων; Οὗ δὴ γεγονότος οὐχ ὡς ἄτεκνος ἔτι καὶ χήρα καταισχυνθήσεται ἡ τό γε ἧκον εἰς Ἰουδαίους ἀτεκνωθεῖσα Σιὼν, ἀλλ᾽ ἔσται δόξῃ κατεστεμμένη. <Μὴ λήψεταί τις παρὰ γίγαντος σκῦλα; Καὶ ἐὰν αἰχμαλωτεύσῃ ἀδίκως τις, σωθήσεται;> Ἐρώτησιν μὲν ὑποπλάττεται τὸ σχῆμα τοῦ λόγου, πλὴν ἀπαιτεῖ τὴν σύνεσιν. Ὁ δέ γε τῶν προκειμένων νοῦς τοιοῦτός ἐστί τις· Κατείληπτο μὲν γὰρ ἡ ὑπ᾽ οὐρανὸν ὑπό τε τοῦ διαβόλου καὶ τῆς τῶν δαιμονίων ἀγέλης· οὐκ ἦν ἐπὶ τῆς γῆς ὁ τῆς ἐκείνων σκαιότητος τὴν τυραννίδα διαφυγών. Οὐ γὰρ ἦν ὁ ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἦν ἕως ἑνὸς, ἀλλ᾽ ἓν κατὰ πάντων τὸ τῆς ἁμαρτίας τετάνυστο λῖνον, σκότος δὲ καὶ ἀχλὺς ταῖς ἁπάντων καρδίαις ἐνσκήψασα, ἀπεκόμισέ τε τοῦ εἰδέναι τὸν φύσει καὶ ἀληθῶς ὄντα Θεὸν, προσνενέμηκε δὲ τοῖς κεκρατηκόσι.
Μετάφραση
Διότι, εάν πέφτουν με το πρόσωπο στο έδαφος και προσκυνούν τη Σιών, δηλαδή την Εκκλησία, και ριγμένοι στη γη σαν με απλωμένα χέρια, σχεδόν γλείφουν το χώμα των ποδιών της· πώς θα χωρούσε αμφιβολία ότι, έχοντας προχωρήσει σε αυτό το φρόνημα και λαμπρυσμένοι με τη χάρη της ευσέβειας, θα πρόσθεταν στις πράξεις τους και το χρέος να τιμούν τους εκλεκτούς, και όσους θα πίστευαν στον Χριστό θα τους συγκατέλεγαν στην τάξη των τέκνων; Όταν δε συμβεί αυτό, δεν θα ντροπιάζεται πλέον ως άτεκνη και χήρα η Σιών, η οποία έμεινε άτεκνη όσον αφορά τους Ιουδαίους, αλλά θα είναι εστεμμένη με δόξα. «Μήπως θα πάρει κανείς λάφυρα από γίγαντα; Και εάν αιχμαλωτίσει κάποιος αδίκως, θα σωθεί;» Το σχήμα του λόγου λαμβάνει μεν τη μορφή ερώτησης, απαιτεί όμως βαθύτερη κατανόηση. Το δε νόημα των προκειμένων είναι περίπου το εξής: Διότι τα πάντα κάτω από τον ουρανό είχαν καταληφθεί από τον διάβολο και την αγέλη των δαιμόνων· δεν υπήρχε κανείς πάνω στη γη που να είχε διαφύγει την τυραννία της δικής τους σκληρότητας. Διότι δεν υπήρχε κανείς που να πράττει το καλό, δεν υπήρχε ούτε ένας, αλλά ένα δίχτυ αμαρτίας είχε απλωθεί πάνω σε όλους, και το σκοτάδι και η ομίχλη που ενέσκυψαν στις καρδιές όλων, τους απομάκρυναν από τη γνώση του κατά φύσιν και αληθινού Θεού, και τους παρέδωσαν σε εκείνους που τους είχαν κυριεύσει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες