Εἰ μὲν γὰρ οὐ γέγονε σὰρξ ὁ Λόγος, εἰ μὴ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, παρείσθω λοιπὸν ὡς ἕωλον ἡ καιρῶν ἐπιτήρησις, καὶ ἀκριβείας τῆς ἔν γε τούτοις ἐξῃρημένης, ἀδιαφορείτω πᾶς λόγος κατὰ τοῦ Μονογενοῦς· εἶτα τὸ ἀπαύγασμα τοῦ Πατρός, ὁ δι᾽ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο, ὁ σύνεδρος τῷ γεννήσαντι καὶ συναΐδιος Λόγος, ὁ ἀναφὴς καὶ ἀόρατος, λεγέσθω παθεῖν εἰς ἰδίαν φύσιν καὶ τὰς κατὰ νώτου πληγὰς καὶ τὴν εἰς χεῖράς τε καὶ πόδας τῶν ἥλων διάτρησιν καὶ τραῦμα τὸ εἰς πλευράν, καὶ τὴν κορωνίδα τῶν κακῶν, φημὶ δὴ τὸν θάνατον. Β. Ἀλλὰ ταυτί που πάντως ἐροῦσι συμβῆναι περὶ τὸ ἀνθρώπινον· πέπονθε γὰρ καθὸ ἄνθρωπος. Α. Τί δέ, ὦ φιλότης, οὐ πρὸς ἐντροπῆς τε καὶ ἀδοξίας συμβῆναί φαμεν τῷ Υἱῷ τὸ παθεῖν; Β. Ναί· γράφει γὰρ ὁ Παῦλος ὅτι «Ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας.» Καὶ αὐτὸς δέ που διὰ φωνῆς Ἡσαΐου φησί· «Διὰ τοῦτο οὐκ ἐνετράπην, ἀλλ᾽ ἔθηκα τὸ πρόσωπόν μου ὡς στερεὰν πέτραν, καὶ ἔγνων ὅτι οὐ μὴ αἰσχυνθῶ, ὅτι ἐγγίζει ὁ δικαιώσας με.» Α. Ἀνέστησε δέ, εἰπέ μοι, τὸν ἑαυτοῦ ναόν, καινοτομήσας τὸν θάνατον καὶ πλεονεκτήσας τὴν φθοράν, πότερα καθ᾽ ἡμᾶς ὡς ἄνθρωπος, ἢ ὡς Θεὸς ἐκ Θεοῦ, καὶ εἰ πέφηνε μετὰ σαρκός; Β. Ὡς Θεὸς ἐκ Θεοῦ. Α.
Μετάφραση
Διότι, εάν ο Λόγος δεν έγινε σάρκα, εάν δεν κατοίκησε ανάμεσά μας, ας παραμεριστεί πλέον ως παρωχημένη η παρατήρηση των καιρών, και, αφού εξαιρεθεί η ακρίβεια σε αυτά, ας θεωρηθεί αδιάφορος κάθε λόγος κατά του Μονογενούς· έπειτα το απαύγασμα του Πατρός, εκείνος μέσω του οποίου τα πάντα δημιουργήθηκαν, ο σύνεδρος με αυτόν που τον γέννησε και συναΐδιος Λόγος, ο αναφής και αόρατος, ας λέγεται ότι υπέστη στη δική του φύση και τις πληγές στην πλάτη και το τρύπημα των καρφιών σε χέρια και πόδια και το τραύμα στην πλευρά, καθώς και την κορωνίδα των δεινών, δηλαδή τον θάνατο. Β. Αλλά αυτά βεβαίως θα πουν ότι συνέβησαν ως προς την ανθρώπινη φύση· διότι έπαθε ως άνθρωπος. Α. Και τι, αγαπητέ μου, δεν λέμε ότι το να πάθει ο Υιός συνέβη προς ντροπή και αδοξία του; Β. Ναι· διότι γράφει ο Παύλος ότι «Υπέμεινε σταυρό, καταφρονώντας την αισχύνη.» Και ο ίδιος κάπου διά μέσου της φωνής του Ησαΐα λέει: «Γι' αυτό δεν ντράπηκα, αλλά έκανα το πρόσωπό μου σαν στερεή πέτρα, και γνώριζα ότι δεν πρόκειται να καταισχυνθώ, διότι πλησιάζει αυτός που με δικαιώνει.» Α. Και ανέστησε, πες μου, τον δικό του ναό, έχοντας καινοτομήσει απέναντι στον θάνατο και υπερνικώντας τη φθορά, άραγε σαν εμάς ως άνθρωπος, ή ως Θεός εκ Θεού, μολονότι εμφανίστηκε με σάρκα; Β. Ως Θεός εκ Θεού. Α.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες