Ποῖον γὰρ ἕξει τόπον ὀδύνη, καὶ ἐπὶ τίσιν ἂν γένοιτο στεναγμὸς, ἔνθα τοῦ στενάζειν καὶ ὀδυνᾶσθαι πρόφασις μὲν οὐδεμία παντελῶς, κατακρατεῖ δὲ μᾶλλον ἐλπὶς, ἀγαλλιάσεώς τε καὶ εὐφροσύνης, θυμηδίας τε τῆς ἀναποβλήτου καὶ χαρᾶς; <Ἐγώ εἰμι, ἐγώ εἰμι ὁ παρακαλῶν σε. Γνῶθι τί οὖσα ἐφοβήθης ἀπὸ ἀνθρώπου θνητοῦ, καὶ ἀπὸ υἱοῦ ἀνθρώπου, οἳ ὡσεὶ χόρτος ἐξηράνθησαν. Καὶ ἐπελάθου τὸν Θεὸν τὸν ποιήσαντά σε, τὸν ποιήσαντα τὸν οὐρανὸν, καὶ θεμελιώσαντα τὴν γῆν. Καὶ ἐφόβου ἀεὶ πάσας τὰς ἡμέρας τὸ πρόσωπον τοῦ θλίβοντός σε. Ὃν τρόπον γὰρ ἐβουλεύσατο τοῦ ἆραί σε, καὶ νῦν ποῦ ὁ θυμὸς τοῦ θλίβοντός σε, Ἐν γὰρ τῷ σώζεσθαί σε οὐ στήσεται, οὐδὲ χρονιεῖ.> Τὸ, Ἐγώ εἰμι, φησὶν ἐν τούτοις, ἀντὶ τοῦ, ζῶ καὶ ὑπάρχω· καὶ γάρ ἐστιν αὐτὸς ὁ Ὤν. Ἀξίωμα δὲ τοῦτο θεοπρεπὲς καὶ ἐξαίσιον· ἔνεστι γὰρ μόνῃ τῇ πασῶν ἐπέκεινα φύσει τὸ εἶναί τε καὶ ζῇν, οὐ μεθεκτῶς παρ᾽ ἑτέρου λαχούσῃ ταῦτα, οὔτε μὴν δοτὸν ἐχούσῃ τὸ χρῆμα, αὐτῆς δὲ μᾶλλον οὔσης τῆς ζωῆς. Οὐκοῦν, Εἰμὶ μὲν ἐγὼ, φησὶν, ὁ παρακαλῶν σε, τοῦτ᾽ ἔστιν, ὁ πᾶσαν παράκλησιν πνευματικὴν δωρούμενος, καὶ ἀνέχων ταῖς ἐπικουρίαις εἰς τὸ ἐρηρεῖσθαι καλῶς, πρός γε τὸ δεῖν ἰέναι μετ᾽ εὐτολμίας εὐθὺ πάσης ἀρετῆς. Ἢ τάχα που καὶ παράκλησιν ἐν τούτοις καὶ καθ᾽ ἕτερον συνήσεις τρόπον.
Μετάφραση
Διότι ποια θέση θα έχει η οδύνη, και για ποιους λόγους θα υπήρχε στεναγμός, εκεί όπου αφορμή για στεναγμό και οδύνη δεν υπάρχει καμία απολύτως, αλλά αντίθετα επικρατεί η ελπίδα, η αγαλλίαση και η ευφροσύνη, καθώς και η αναφαίρετη τέρψη και χαρά; «Εγώ είμαι, εγώ είμαι αυτός που σε παρηγορεί. Γνώριζε ποια είσαι που φοβήθηκες από θνητό άνθρωπο και από υιό ανθρώπου, οι οποίοι ξεράθηκαν σαν το χορτάρι. Και ξέχασες τον Θεό που σε δημιούργησε, αυτόν που δημιούργησε τον ουρανό και θεμελίωσε τη γη. Και φοβόσουν πάντοτε όλες τις ημέρες το πρόσωπο αυτού που σε θλίβει. Διότι, όπως ακριβώς σχεδίασε να σε εξολοθρεύσει, τώρα πού είναι ο θυμός αυτού που σε θλίβει; Διότι, κατά τη σωτηρία σου, δεν θα σταθεί ούτε θα χρονοτριβήσει.» Το «Εγώ είμαι», λέει σε αυτά, σημαίνει «ζω και υπάρχω»· διότι αυτός είναι ο Ων. Και αυτό είναι αξίωμα θεοπρεπές και εξαιρετικό· διότι μόνο στη φύση που βρίσκεται πέρα από όλες ανήκει το να είναι και να ζει, η οποία δεν τα απέκτησε αυτά μετέχοντας σε κάποιον άλλο, ούτε βέβαια έχει αυτό το πράγμα ως δώρο, αλλά μάλλον η ίδια είναι η ζωή. Επομένως, «Εγώ είμαι», λέει, «αυτός που σε παρηγορεί», δηλαδή αυτός που δωρίζει κάθε πνευματική παρηγοριά και στηρίζει με τις βοήθειές του ώστε να στηρίζεσαι καλά, με σκοπό να προχωράς με θάρρος κατευθείαν προς κάθε αρετή. Ή ίσως, σε αυτά, θα κατανοήσεις την παρηγοριά και με κάποιον άλλον τρόπο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες