Τετολμήκασι γὰρ εἰπεῖν ἐκ πολλῆς ἄγαν ἐμβροντησίας, ἤγουν ἀπονοίας, καὶ ἀφιλοθέου φρονήματος· «Ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωσῇ λελάληκεν ὁ Θεὸς, τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν.» Ἀλλ᾽ οἱ πάλαι, φησὶν, ἀρνούμενοι καὶ δυσσεβείας εἰς τοῦτο κατολισθήσαντες, λαβόντες ἐν γλώσσῃ τοὺς ἐμοὺς λόγους, καὶ ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς ἐμῆς γενόμενοι χειρὸς δεξιᾶς, ἐπιγνώσονται τὸν Λυτρωτὴν, ὁμολογήσουσι λέγοντες πρὸς αὐτόν· Θεός μου εἶ σύ. Χρῆμα τοιγαροῦν σωτήριον ἡ πίστις, καὶ ὁδὸς εἰς ζωὴν ἀποφέρουσα τὴν ἀμήρυτον, τῆς εἰς Χριστὸν ὁμολογίας ἡ δύναμις. <Ἐξεγείρου, ἐξεγείρου, ἀνάστηθι, Ἱερουσαλὴμ, ἡ πιοῦσα τὸ ποτήριον τοῦ θυμοῦ ἐκ χειρὸς Κυρίου. Τὸ ποτήριον γὰρ τῆς πτώσεως, τὸ κόνδυ τοῦ θυμοῦ ἐξέπιες, καὶ ἐξεκένωσας, καὶ οὐκ ἦν ὁ παρακαλῶν σε ἀπὸ πάντων τῶν τέκνων σου, ὧν ἔτεκες· καὶ οὐκ ἦν ὁ ἀντιλαμβανόμενος τῆς χειρός σου, οὐδὲ ἀπὸ πάντων τῶν υἱῶν σου, ὧν ὕψωσας.> Ὡς πεσούσῃ καὶ ἔτι κειμένῃ τῇ Ἰουδαίων Συναγωγῇ προσδιαλέγεται, καὶ ἀναστῆναι κελεύει, μονονουχὶ χεῖρα διδοὺς, καὶ κατοικτείρων ὡς Θεός. Καὶ οὐ δήπου φαμὲν σωματικὴν εἶναι τὴν ἔγερσιν, ὅτι μηδὲ τοιαύτην νοεῖσθαι προσήκει τὴν πτῶσιν, νοητὴν δὲ μᾶλλον, ὡς ἐν ἀπιστίᾳ τετελεσμένην. Οὐκοῦν ἐν πίστει τὸ τῆς ἐν τούτοις ἀναστάσεως ἀγαθόν.
Μετάφραση
Διότι τόλμησαν να πουν από πάρα πολλή αφροσύνη, δηλαδή απόνοια, και άθεο φρόνημα: «Εμείς γνωρίζουμε ότι στον Μωυσή μίλησε ο Θεός, αυτόν όμως δεν γνωρίζουμε από πού είναι». Αλλά, λέγει, εκείνοι που παλαιότερα αρνούνταν και είχαν διολισθήσει σε αυτόν τον βαθμό ασέβειας, αφού λάβουν στη γλώσσα τους δικούς μου λόγους και τεθούν υπό τη σκέπη της δεξιάς μου χειρός, θα αναγνωρίσουν τον Λυτρωτή, και θα ομολογήσουν λέγοντας σε αυτόν: Εσύ είσαι ο Θεός μου. Επομένως, η πίστη είναι σωτήριο πράγμα, και η δύναμη της ομολογίας στον Χριστό είναι οδός που οδηγεί στην ατέρμονη ζωή. <Ξύπνα, ξύπνα, σήκω επάνω, Ιερουσαλήμ, εσύ που ήπιες το ποτήρι του θυμού από το χέρι του Κυρίου. Διότι το ποτήρι της πτώσεως, το κύπελλο του θυμού το ήπιες, και το άδειασες, και δεν υπήρχε κανείς να σε παρηγορήσει από όλα τα τέκνα σου που γέννησες· και δεν υπήρχε κανείς να κρατήσει το χέρι σου, ούτε από όλους τους υιούς σου που ανέθρεψες.> Απευθύνεται στη Συναγωγή των Ιουδαίων σαν να έχει πέσει και να κείτεται ακόμη, και την προστάζει να σηκωθεί, σχεδόν δίνοντάς της το χέρι και δείχνοντας ευσπλαχνία ως Θεός. Και βέβαια δεν λέμε ότι η έγερση είναι σωματική, διότι ούτε η πτώση πρέπει να νοείται ως τέτοια, αλλά μάλλον ως νοητή, εφόσον έχει συντελεστεί μέσα στην απιστία. Άρα, το αγαθό της αναστάσεως ως προς αυτά έγκειται στην πίστη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες