Ἀλλ᾽ ἐν Χριστῷ καὶ τούτων ἐλευθερούμεθα· καὶ διαῤῥήξαντες τοὺς δεσμοὺς αὐτῶν, καθὰ γέγραπται, καὶ ἀποῤῥίψαντες ἀφ᾽ ἑαυτῶν τὸν ζυγὸν αὐτῶν, ἐλευθέρῳ τε καὶ ἀνειμένῳ φρονήματι κατορθοῦμεν τὸ ἀγαθόν. Οὕτω πού φησι πρὸς ἡμᾶς δι᾽ ἑνὸς τῶν προφητῶν ὁ τῶν ὅλων Θεός· «Καὶ ἐξελεύσεσθε, καὶ σκιρτήσετε ὡς μοσχάρια ἐκ δεσμῶν ἀνειμένα, καὶ καταπατήσετε ἀνόμους· διότι ἔσονται ὡς σποδὸς ὑποκάτω τῶν ποδῶν ὑμῶν.» Ἐπιφέρων δὲ τούτοις, Ἡ αἰχμάλωτος θυγάτηρ Σιὼν, πρῶτον μὲν ἐφίησιν ἐννοεῖν, ὅτι κατοικτείρει Θεὸς τοὺς ὑπὸ ζυγὰ πεσόντας διαβολικὰ, καὶ τῇ ἁμαρτίᾳ δουλεύσαντας. Εἶτα πρὸς τούτῳ διαδείκνυσιν, ὅτι πίπτομεν εἰς τοῦτο, καίτοι μετὸν μὴ παθεῖν αὐτό. Αἰχμάλωτον γὰρ ὀνομάσας τὴν Σιὼν, καὶ θυγατέρα φησὶν αὐτήν. Εἶτα πῶς ἦν ἐφικτὸν τοῖς τῆς αἰχμαλωσίας ἁλῶναι βρόχοις τὴν τοῦ Θεοῦ θυγατέρα, καὶ δόξης τῆς οὕτω λαμπρᾶς ἠξιωμένην; Τίς οὖν ἄρα πρὸς τοῦτο καθῆκεν αὐτήν; Οὐχ ἡ τοῦ [σώ] ζῶντος ἀσθένειά ποθεν, ἀλλ᾽ ἡ τῆς παθούσης βουλὴ καὶ προαίρεσις, ἔξω δραμούσης τῆς τοῦ Πατρὸς εὐσπλαγχνίας, διὰ τοῦ μᾶλλον ἑλέσθαι τὸ πονηρὸν, καὶ ψήφῳ τῇ πρὸς τὸ χεῖρον καταλῦσαι τὸ ἀγαθόν. <Ὅτι τάδε λέγει Κύριος· Δωρεὰν ἐπράθητε, καὶ οὐ μετὰ ἀργυρίου λυθρωθήσεσθε.> Αἰχμάλωτον αὐτὴν ὀνομάσας, ἀναγκαίως ἐπάγει καὶ τὰ τοῖς εἰς τοῦτο πεσοῦσι ταλαιπωρίας ἀεὶ συμβαίνοντα.
Μετάφραση
Αλλά εν Χριστώ ελευθερωνόμαστε και από αυτά· και, αφού διαρρήξουμε τους δεσμούς τους, όπως έχει γραφτεί, και απορρίψουμε από πάνω μας τον ζυγό τους, με ελεύθερο και ανεμπόδιστο φρόνημα κατορθώνουμε το αγαθό. Έτσι κάπου λέει προς εμάς μέσω ενός από τους προφήτες ο Θεός των όλων: «Και θα εξέλθετε, και θα σκιρτήσετε σαν μοσχάρια που έχουν λυθεί από τα δεσμά, και θα καταπατήσετε τους ανόμους· διότι θα γίνουν σαν στάχτη κάτω από τα πόδια σας.» Προσθέτοντας δε σε αυτά το «Η αιχμάλωτη θυγατέρα Σιών», πρώτον μεν μας αφήνει να εννοήσουμε ότι ο Θεός σπλαχνίζεται αυτούς που έχουν πέσει κάτω από διαβολικούς ζυγούς και έχουν υποδουλωθεί στην αμαρτία. Έπειτα, εκτός από αυτό, αποδεικνύει ότι πέφτουμε σε αυτή την κατάσταση, αν και ήταν δυνατόν να μην το πάθουμε. Διότι, έχοντας ονομάσει τη Σιών αιχμάλωτη, την ονομάζει και θυγατέρα. Τότε πώς ήταν δυνατόν να αλωθεί στους βρόχους της αιχμαλωσίας η θυγατέρα του Θεού, η οποία είχε αξιωθεί τόσο λαμπρής δόξας; Ποιος λοιπόν την έφερε σε αυτή την κατάσταση; Δεν ήταν καθόλου η αδυναμία εκείνου που σώζει, αλλά η βούληση και η προαίρεση εκείνης που έπαθε, η οποία βγήκε έξω από την ευσπλαχνία του Πατέρα, επειδή επέλεξε μάλλον το πονηρό, και με την απόφασή της υπέρ του χειρότερου κατέλυσε το αγαθό. <Διότι αυτά λέει ο Κύριος: Δωρεάν πουληθήκατε, και χωρίς ασήμι θα λυτρωθείτε.> Αφού την ονόμασε αιχμάλωτη, κατ' ανάγκην παραθέτει και τις ταλαιπωρίες που πάντοτε συμβαίνουν σε όσους πέφτουν σε αυτή την κατάσταση.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες