Ὁ λέγων αὐτὸν γενητὸν ἀσεβεῖ. Εἶπε γὰρ ἡμῖν ἡ Γραφὴ, τίνα ἐστὶ τὰ γενητὰ, καὶ τίς ὁ τούτων γενεσιουργός. Ὁ δὲ λέγων αὐτὸν ἀγένητον, ὃ οὐκ εἶπεν ἡ Γραφὴ, περιττολογεῖ. Ἀνόμ. Εἰ οὐκ ἔστι γενητὸς, ἀγένητός ἐστιν. Ὀρθ. Κἂν ἀνθρωπίνη διάνοια τοῦτο νοεῖν ποιῇ, ἀλλ᾽ οὐχ οὕτως ἡ θεία Γραφὴ ἐδίδαξεν· ἀλλ᾽ ἀκούεις αὐτῆς λεγούσης· καὶ «Καθόσον ἀπέχουσιν ἀνατολαὶ ἀπὸ δυσμῶν, τοσοῦτον ἀπέχουσι τὰ διανοήματα ὑμῶν ἀπὸ τῶν διανοημάτων μου.» Εἰ δὲ νομίζει Εὐνόμιος εὑρηκέναι, τὸ τί ἐστιν ὁ Θεὸς, ἐκ τοῦ μὴ εἶναι αὐτὸν γενητὸν, μηδὲ ἔχειν γενεσιουργὸν, λεγέτω αὐτὸν καὶ ἄθεον, ἐπειδὴ Θεὸν οὐκ ἔχει. Ἀλλ᾽ εἰ οὐ δεῖ λέγειν τοῦτο, κἂν ὑποπίπτῃ ταῖς ἐννοίαις ἡμῶν· μηδὲ τὸ ἀγένητον λεγέσθω, κἂν ὑποπίπτῃ ταῖς ἐννοίαις ἡμῶν. Ἀνόμ. Ἐγένετο οὖν ὁ Θεός; Ὀρθ. Οὐκ ἐγένετο. Ἀνόμ. Ἀγένητος οὖν ἐστιν; Ὀρθ. Ἔχει Θεὸν ὁ Θεός; Ἀνόμ. Ὁ ἀγένητος οὔ. Ὀρθ. Ἄθεος οὖν ἐστι. Καὶ ὁρᾷς, πῶς μειρακιώδη καὶ ἀνδραποδώδη εἰσὶν ὑμῶν τὰ διανοήματα;
Μετάφραση
Εκείνος που Τον αποκαλεί γενητό ασεβεί. Διότι η Γραφή μάς είπε ποια είναι τα γενητά, και ποιος είναι ο γενεσιουργός τους. Εκείνος όμως που Τον αποκαλεί αγένητο, πράγμα που δεν είπε η Γραφή, περιττολογεί. Ανόμ.: Αν δεν είναι γενητός, είναι αγένητος. Ορθ.: Ακόμη κι αν η ανθρώπινη διάνοια μας κάνει να το σκεφτόμαστε αυτό, η θεία Γραφή δεν δίδαξε έτσι· αλλά την ακούς να λέει: «Όσο απέχει η ανατολή από τη δύση, τόσο απέχουν τα διανοήματά σας από τα δικά μου διανοήματα». Αν λοιπόν ο Ευνόμιος νομίζει ότι έχει βρει το τι είναι ο Θεός, από το γεγονός ότι δεν είναι γενητός, ούτε έχει γενεσιουργό, ας Τον ονομάσει και άθεο, επειδή δεν έχει Θεό. Αλλά αν δεν πρέπει να λέγεται αυτό, έστω κι αν υποπίπτει στις έννοιές μας, ας μη λέγεται ούτε το αγένητο, έστω κι αν υποπίπτει στις έννοιές μας. Ανόμ.: Έγινε λοιπόν ο Θεός; Ορθ.: Δεν έγινε. Ανόμ.: Είναι λοιπόν αγένητος; Ορθ.: Ο Θεός έχει Θεό; Ανόμ.: Ο αγένητος, όχι. Ορθ.: Άρα είναι άθεος. Και βλέπεις πώς τα διανοήματά σας είναι παιδαριώδη και δουλικά;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες