Ἔφη δὲ καὶ ὁ θεσπέσιος Μελῳδός· «Εἶπα, Ἐξαγορεύσω κατ᾽ ἐμοῦ τὴν ἀνομίαν μου τῷ Κυρίῳ, καὶ σὺ ἀφῆκας τὴν ἀσέβειαν τῆς καρδίας μου.» <Ὅτι κατηναλώθη ἐν τοῖς ὁδοῖς αὐτῶν ἡ ἀλήθεια, καὶ δι᾽ εὐθείας οὐκ ἠδύναντο ἐλθεῖν. Καὶ ἡ ἀλήθεια ᾖρται, καὶ μετέστησαν τὴν διάνοιαν, τοῦ συνειδέναι, καὶ εἶδε Κύριος, καὶ οὐκ ἤρεσεν αὐτῷ, ὅτι οὐκ ἦν κρίσις. Καὶ εἶδε καὶ οὐκ ἦν ἀνὴρ, καὶ κατενόησε, καὶ οὐκ ἦν ὁ ἀντιληψόμενος. Καὶ ἠμύνατο αὐτοὺς τῷ βραχίονι αὐτοῦ, καὶ τῇ ἐλεημοσύνῃ, ᾗ ἐστηρίσατο, καὶ ἐνεδύσατο δικαιοσύνην, ὡς θώρακα, καὶ περιέθετο περικεφαλαίαν σωτηρίου ἐπὶ τῆς κεφαλῆς. Καὶ περιεβάλετο ἱμάτιον ἐκδικήσεως, καὶ περιβόλαιον, ὡς ἀνταποδώσων ἀνταπόδοσιν, ὄνειδος τοῖς ὑπεναντίοις. Καὶ φοβηθήσονται οἱ ἀπὸ δυσμῶν τὸ ὄνομα Κυρίου, καὶ οἱ ἀπὸ ἀνατολῶν τὸ ὄνομα τὸ ἔνδοξον. Ἥξει γὰρ ὡς ποταμὸς βίαιος ἡ ὀργὴ Κυρίου, ἥξει μετὰ θυμοῦ.> Διαμνημονεύσας ὁ προφήτης, ὧν ἐροῦσιν ἐν καιρῷ κλήσεως αὐτῶν οἱ ἐξ Ἰσραὴλ, αἰτοῦντες παρὰ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς τῆς διὰ Χριστοῦ σωτηρίας τὴν χάριν, μεθίστησι πάλιν τοὺς λόγους εἰς τὸ ἑαυτοῦ πρόσωπον, καὶ καταγορεύει τῶν ἐξ Ἰσραὴλ, μᾶλλον δὲ συναινεῖ, ὅτι γεγόνασι πονηροὶ, καὶ ἀποστάται, καὶ τῆς ἀληθείας ἐχθροί· διϊσχυρίζεται δὲ λέγων, ὅτι Κατηναλώθη ἡ ἀλήθεια ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν, τουτέστι, μονονουχὶ δεδαπάνηται, καὶ εἰσάπαν ᾤχετο.
Μετάφραση
Είπε δε και ο θεσπέσιος Μελωδός: «Είπα, θα εξομολογηθώ στον Κύριο την ανομία μου εναντίον του εαυτού μου, και εσύ συγχώρεσες την ασέβεια της καρδιάς μου.» <Διότι εξαντλήθηκε η αλήθεια στους δρόμους τους, και δεν μπόρεσαν να βαδίσουν στην ευθεία. Και η αλήθεια αφαιρέθηκε, και μετέβαλαν τη διάνοιά τους, ώστε να μην κατανοούν, και είδε ο Κύριος, και δεν του άρεσε που δεν υπήρχε κρίση. Και είδε ότι δεν υπήρχε άνδρας, και παρατήρησε ότι δεν υπήρχε κανείς για να βοηθήσει. Και τους απέκρουσε με τον βραχίονά του, και με την ελεημοσύνη στην οποία στηρίχθηκε, και ενδύθηκε τη δικαιοσύνη σαν θώρακα, και έθεσε περικεφαλαία σωτηρίου στο κεφάλι του. Και περιβλήθηκε ιμάτιο εκδικήσεως, και πανωφόρι, σαν έτοιμος να ανταποδώσει ανταπόδοση, όνειδος στους εχθρούς. Και θα φοβηθούν αυτοί από τη δύση το όνομα του Κυρίου, και εκείνοι από την ανατολή το ένδοξο όνομα. Διότι θα έρθει σαν βίαιος ποταμός η οργή του Κυρίου, θα έρθει με θυμό.> Αφού υπενθύμισε ο προφήτης αυτά που θα πουν κατά τον καιρό της κλήσης τους οι εκ του Ισραήλ, ζητώντας από τον Θεό και Πατέρα τη χάρη της σωτηρίας δια του Χριστού, μεταφέρει πάλι τον λόγο στο δικό του πρόσωπο, και κατηγορεί τους εκ του Ισραήλ, ή μάλλον συμφωνεί ότι έχουν γίνει πονηροί, και αποστάτες, και εχθροί της αλήθειας. Διαβεβαιώνει δε λέγοντας ότι εξαντλήθηκε η αλήθεια στους δρόμους τους, δηλαδή σχεδόν έχει δαπανηθεί και έχει παντελώς χαθεί.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες