ᾨήθησαν γὰρ ὅτι τὸν κληρονόμον ἐκ μέσου ποιησάμενοι, καθέξουσι τὸν κλῆρον αὐτοῦ· καὶ ταῦτα πρὸς ἀλλήλους κενοφωνοῦντες οἱ δείλαιοι δεδυσσεβήκασι εἰς αὐτόν. Ἢ τοίνυν τὴν εἰς Χριστὸν δυσσέβειαν ὁ προφητικὸς ἐγκαλεῖ λόγος τοῖς ἐξ αἵματος Ἰσραὴλ, ἤγουν ὅτι κατ᾽ οὐδένα τρόπον ἐπιεικεῖς ὄντες ἁλοῖεν ἂν, οἵ γε καὶ χεῖρας ἔχουσι μεμολυσμένας αἵματι, χείλη τε καὶ γλῶσσαν οὐδὲν εἰδυῖαν ἕτερον μελετᾷν, πλὴν ὅτι τὰ εἰς δυσσέβειαν, καὶ ἀνομίαν, καὶ ἀδικίαν βλέποντα, καὶ ὅτι πρὸς τούτοις ἄδικοι γεγόνασι δικασταὶ, δωροδοκοῦντες δηλονότι, καὶ λημμάτων αἰσχρῶν ἡττώμενοι. Εἴρηται γὰρ ἑτέρωθί που, «Πῶς ἐγένετο πόρνη πόλις πιστὴ, Σιὼν πλήρης κρίσεως, ἐν ᾗ δικαιοσύνη ἐκοιμήθη ἐν αὐτῇ, νῦν δὲ φονευταί; Τὸ ἀργύριον ὑμῶν ἀδόκιμον, οἱ κάπηλοί σου μίσγουσι τὸν οἶνον ὕδατι, οἱ ἄρχοντές σου ἀπειθοῦσι, κοινωνοὶ κλεπτῶν, ἀγαπῶντες δῶρα, διώκοντες ἀνταπόδομα, ὀρφανοῖς οὐ κρίνοντες, καὶ κρίσει χήρας οὐ προσέχοντες.» <Ὅτι κύουσι πόνον, καὶ τίκτουσιν ἀνομίαν. Ὠὰ ἀσπίδων ἔῤῥηξαν, καὶ ἱστὸν ἀράχνης ὑφαίνουσι, καὶ ὁ μέλλων τῶν ὠῶν αὐτῶν φαγεῖν, συντρίψας οὔριον, εὗρε καὶ ἐν αὐτῷ βασιλίσκον. Ὁ ἱστὸς αὐτῶν οὐκ ἔσται εἰς ἱμάτιον, οὐδὲ μὴν περιβαλοῦνται ἀπὸ τῶν ἔργων τῶν χειρῶν αὐτῶν.> Ἔθος τῇ θεοπνεύστῳ Γραφῇ πόνον ἀεί πως τὸν φθόνον ἀποκαλεῖν.
Μετάφραση
Διότι νόμισαν ότι, αν βγάλουν από τη μέση τον κληρονόμο, θα κρατήσουν την κληρονομιά του· και λέγοντας αυτά τα κούφια λόγια μεταξύ τους, οι άθλιοι ασέβησαν απέναντί του. Είτε, λοιπόν, ο προφητικός λόγος προσάπτει στους εξ αίματος Ισραηλίτες την ασέβεια προς τον Χριστό, είτε ότι με κανέναν τρόπο δεν θα μπορούσαν να βρεθούν επιεικείς αυτοί που έχουν τα χέρια τους μολυσμένα με αίμα, και τα χείλη και τη γλώσσα τους δεν γνωρίζουν να μελετούν τίποτε άλλο, παρά μόνο όσα αποβλέπουν στην ασέβεια, την ανομία και την αδικία, και ότι επιπλέον έγιναν άδικοι δικαστές, δωροδοκούμενοι προφανώς, και υποκύπτοντας σε αισχρά κέρδη. Διότι έχει ειπωθεί κάπου αλλού: «Πώς έγινε πόρνη η πιστή πόλη, η Σιών που ήταν γεμάτη από ορθή κρίση, στην οποία κατοικούσε η δικαιοσύνη, ενώ τώρα κατοικείται από φονιάδες; Το ασήμι σας είναι κίβδηλο, οι κάπηλοί σου αναμειγνύουν το κρασί με νερό, οι άρχοντές σου απειθούν, γίνονται συνένοχοι κλεφτών, αγαπούν τα δώρα, κυνηγούν την ανταπόδοση, δεν κρίνουν δίκαια τα ορφανά, και δεν προσέχουν την υπόθεση της χήρας». <Διότι κυοφορούν τον πόνο, και γεννούν την ανομία. Έσπασαν αυγά οχιών και υφαίνουν ιστό αράχνης, και όποιος πρόκειται να φάει από τα αυγά τους, σπάζοντάς τα, βρήκε μέσα τους βασιλίσκο. Ο ιστός τους δεν θα γίνει ένδυμα, ούτε πρόκειται να ντυθούν από τα έργα των χεριών τους.> Είναι συνήθεια της θεόπνευστης Γραφής να αποκαλεί πάντοτε πόνο τον φθόνο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες