Καὶ γοῦν ὁ θεσπέσιος Δαβὶδ τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ περιβεβλημένην πεποικιλμένην εἰσφέρει, τὸ δὲ «Ἐν χειρὶ Κυρίου,» φησὶ, τουτέστιν, ὑπὸ σκέπην τῆς χειρός μου σκεπάσω σε· καὶ αὐτὸς δέ που Χριστὸς περὶ τῶν ἰδίων θρεμμάτων, καὶ ἤτοι τῆς τῶν πιστευσάντων εἰς αὐτὸν ἀγέλης φησὶν, ὅτι «Οὐδεὶς ἁρπάσει αὐτὰ ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ Πατρός μου.» <Καὶ οὐκέτι κληθήσῃ καταλελειμμένη, καὶ ἡ γῆ σου οὐ κληθήσεται ἔρημος· σοὶ γὰρ κληθήσεται θέλημα ἐμὸν, καὶ τῇ γῇ σου οἰκουμένη.> Διαδιδάσκει πάλιν, ὅτι τῆς ἀρχαίας ἀποστροφῆς, ἧς πεποίηται πολλάκις ἐπὶ τῇ τῶν Ἰουδαίων Συναγωγῇ, καταλήξει λοιπὸν, καὶ πεπαύσεται τῆς ὀργῆς, θελητὴν δὲ ποιήσεται, καὶ προσέτι τούτῳ καὶ ἔγκαρπον, καὶ τῷ πλήθει τῶν πεπιστευκότων στεφανουμένην ἀποφανεῖ. Ἀθετήσασα μὲν γὰρ ἡ Σιὼν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν, δέδοται πρὸς ἐρήμωσιν, καὶ ἡ τῶν ἀπιστησάντων διόλωλε πληθύς. Ἐπειδὴ δὲ παρεδέξατο τὴν πίστιν τὸ κατάλειμμα, εἶτα κέκληται πρὸς αὐτῷ τῶν ἐθνῶν ἡ πληθὺς, καὶ εἰς ἕνα λαὸν ἐκτίσθησαν οἱ δύο, μία τε λοιπὸν ἐξ ἀμφοῖν κεχρημάτικεν Ἐκκλησία, χαρίζεται Θεὸς αὐτῇ τὸ κατὰ μηδένα τρόπον τοῖς ἀρχαίοις ἁλῶναι κακοῖς, μήτε μὴν κληθήσεσθε [al. αι] καταλελειμμένην, ἢ ἔρημον, ἀλλ᾽ ὅτι μᾶλλον θελητὴ γενήσεται αὐτῷ, καὶ ἔρημος μὲν οὐκέτι, κατοικουμένη δὲ μᾶλλον κληθήσεται.
Μετάφραση
Και λοιπόν, ο θεσπέσιος Δαβίδ παρουσιάζει την Εκκλησία του Χριστού ντυμένη με ολόχρυσο, ποικιλμένο ιματισμό, και η φράση «Στο χέρι του Κυρίου», λέει, σημαίνει «υπό τη σκέπη του χεριού μου θα σε σκεπάσω»· και ο ίδιος ο Χριστός κάπου λέει για τα δικά του θρέμματα, δηλαδή το ποίμνιο όσων πίστεψαν σε αυτόν, ότι «Κανείς δεν θα τα αρπάξει από το χέρι του Πατέρα μου.» <Και δεν θα ονομαστείς πια εγκαταλελειμμένη, και η γη σου δεν θα ονομαστεί έρημος· διότι εσύ θα ονομαστείς 'το θέλημά μου', και η γη σου 'οικουμένη'.> Διδάσκει και πάλι, ότι λοιπόν θα δώσει τέλος στην παλαιά αποστροφή, την οποία πολλές φορές έδειξε προς τη Συναγωγή των Ιουδαίων, και θα παύσει την οργή του, και θα την κάνει επιθυμητή, και επιπλέον καρποφόρα, και θα την αναδείξει στεφανωμένη με το πλήθος όσων έχουν πιστέψει. Διότι, αφού η Σιών αθέτησε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, παραδόθηκε στην ερήμωση, και το πλήθος όσων απίστησαν χάθηκε. Επειδή όμως το υπόλειμμα αποδέχθηκε την πίστη, και έπειτα κλήθηκε μαζί του το πλήθος των εθνών, και οι δύο διαμορφώθηκαν σε έναν λαό, και συνεπώς προέκυψε μία Εκκλησία και από τους δύο, ο Θεός της χαρίζει το να μην περιπέσει με κανέναν τρόπο στα παλαιά δεινά, ούτε βέβαια να ονομαστεί εγκαταλελειμμένη ή έρημη, αλλά αντίθετα να γίνει επιθυμητή σε αυτόν, και να μην ονομάζεται πλέον έρημος, αλλά μάλλον κατοικημένη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες