Καὶ εὐθὺς ἐπάγει τὴν αἰτίαν τοῦ πατῆσαι τὴν ληνὸν καὶ τίνος ἕνεκεν ἐπάτησεν καί φησιν· «Ἡμέρα γὰρ ἀνταποδόσεως ἦλθεν αὐτοῖς». Ἐμακροθύμησα, φησίν, τῷ διαβόλῳ πολὺν χρόνον, ἠνεσχόμην αὐτοῦ τυραννοῦντος, εἶδον μου τὸ ἔργον συντετριμμένον καὶ ἔφερον. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ἔφθασεν ἡ ἡμέρα τῆς ἀνταποδόσεως, ἐπειδὴ ἐπὶ τοῖς τοσούτοις ἁμαρτήμασιν τῶν ἐμῶν πλασμάτων ἵλεως γενέσθαι ηὐδόκησα, ἐπειδὴ ἠλέησα τὸν Ἀδὰμ ὑβρίσαντά με, ἐπέστη ὁ καιρὸς καὶ πάντας τοὺς δαίμονας ὡς βοτρύας συναγαγὼν εἰς ἓν μόνος αὐτῶν τὴν ληνὸν ἐπάτησα, «καὶ τῶν ἐθνῶν οὐκ ἦν ἀνὴρ μετ᾽ ἐμοῦ».
Μετάφραση
Και αμέσως προσθέτει την αιτία για την οποία πάτησε τον ληνό και για ποιον λόγο τον πάτησε, και λέει: «Διότι ήλθε σε αυτούς ημέρα ανταποδόσεως». Μακροθύμησα, λέει, απέναντι στον διάβολο για πολύ χρόνο, τον ανέχθηκα να τυραννά, είδα το έργο μου συντετριμμένο και το υπέμεινα. Αλλά επειδή έφτασε η ημέρα της ανταποδόσεως, επειδή για τα τόσα αμαρτήματα των πλασμάτων μου ευδόκησα να γίνω ίλεως, επειδή ελέησα τον Αδάμ που με εξύβρισε, έφτασε ο καιρός και, αφού συγκέντρωσα όλους τους δαίμονες σε ένα μέρος σαν τσαμπιά, πάτησα μόνος τον ληνό τους, «και από τα έθνη δεν υπήρχε κανένας άνδρας μαζί μου».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες